αγνικελ61221 1 ΑντίγραφοΚατά πως  αναφέρ του προυκουμένου βιβλίου που έγραψαν ο Χρήστος μαζί  μι τη γνέκα τ, τ Γιάννω τς Αλτάνας, αλλά   μουλουγούσαν κι οι  παλιότιρ, προυτού  να στηθεί  του χουριό μας  στουν τόπου που ίνι σήμερα,

σπίτxια ήταν στν Παλιόχουρα, στου Πιριστέρ, στου Νιχώρ, στου Παλικλήσ-που ακόμα φαίνουντι τα θιμέλια-, στου Τουρνίκ,  στου Τυφουσέλ κι σι άλλις τουποθισίις.

Μιτά  αρχίντσαν να  γένουντι σπίτχια τρόιρα απού τν  Πλατέα κι  αυτοί που ήταν   σιαπέρα  ακούγοντας τν παροιμία : «Είδις να γένητι κινούργιου χουριό, φκιάσι κι συ πρώτους, άμα αρχινήσ να  φεύγ του χουριό, φεύγα πάλι  πρώτους», σμαζώθκαν  χρόνου με του χρόνου όλοι στου κινούργιου του χουριό. Ανάλουγα μι τα σνάφια, όπως φτιάχν κι τα  ζουντανά που σταλνούν κι  γρικιάζν  μάνις κι θυγατέρις αντάμα, διάλιξαν  μαχαλάδις κι γειτουνιές, για να στήσν τα κινούργια νοικουκυράτα. Έφκιασαν κι τν Τρανή τν Ικκλισιά στου μισουχώρ, αφού  ήξιρναν  ότι «χουριό  χουρίς  ικκλισιά είναι  μαντρί χουρίς  κουπάδ  κι μύλους χουρίς νιρό». Οι γνέκις όμους που ήταν πιο   θιουσιβούμινις κι με θηλκό μυαλό, χάλιβαν να έχν κι κουντά στα σπίτια τς  μιαν  ικκλισιά, για να παέν  όπουτι άδειαζαν απ’ τα χουσμέτχια, να ανάβν κάνα κιρί γιαφτές , για τ φαμπλιά  κι τς πιθαμέν κι να «διαβάζ»  εκεί ου παπάς κάμπουσις φουρές του χρόνου. Έτσιας, δε θα πήγιναν  ντάιμα μέσα στα κρύα, τς βρουχές κι τα χιόνια στν Τρανή Ικκλισιά κι με την ιφκιρία να ανταμώνουντι κι μι άλλις γνέκις- λίγου πουλύ σόι αναμιταξύτς- απ’ του μαχαλά, για να μουλουγούν τα χαμπέρια κι τα ντουραλίκια απού πιθιρές, κουνιάδια, άντρις κι να ξιμπιζιρνούν ένα σπυρί απού τς έγνις.

     Αρχύτιρα απ’ όλνους ,οι ουπανοί  διάλιξαν να φτιάξν  ικκλισιά  για τουν Άη Δημήτρη κι να τουν γιουρτάζ όλους ου μαχαλάς, ακόμα κι αν δεν είχαν τέτχιου όνουμα στου σπιτικό τς. «Τρανός άγιους ίνι κι  η γιουρτή τ σμαδιακή, να ξέρουμι τι δλιές μας καρτιρούν. Χινουπουριάζ ιτότις ου κιρός κι, αφού  βάλουμι κλαδαριές κι σμαζώξουμι τα βαλάνια, γερέβν τα κρασιά, θα βράζουμι κι τα τσίπουρα. Σώνιτι του ανιξιάτκου  ιξάμινου κι πρέπ να χουρίσουμι τα τσιλιγκάτα,  να αρχινίσουμι του όργουμα κι τουν σπαρτό κι να κουβαλήσουμι γκτζιούπχια κι γκουρμπάσις για τα τζιάκια», είπαν  οι τρανοί. «Καλά του σκέφκιτι», είπαν οι γνέκις, «τότις μας βουλέβ κι μας. Τότι που σώνουντι ψίχα οι δλιές στα  καλαμπού-κια  κι στα κηπώματα, θα χουσμιτέβουμι κι θα σιλαρώνουμι  τουν Άη Δημήτρη για τν γιουρτή τ, θα ανασκιρήσουμι τα σπίτια να τα στρώσουμι κι να τ αρματώσουμι για τουν χειμώνα μι τν κινούργια τσιάμπρα που θα φκιάνουμι, ξημηρουβραδιάζουντας στουν αργαλειό. Άμα έχουμι στα πουδάρια μας τν ικκλισιά, θα πάμι κάθι μέρα κι ώρα  να προσιφχιθούμι κι να παρακαλούμι. Ινώ στν Τρανή τν Ικκλισιά όπουτι κι κάπουτι, τις  τρανές γιουρτές άντι κι καμιά Κυριακή. Αμ του άλλου!! Πώς θα πάμι μες στου καταχείμουνο κατηφουρκά κι μητά να γυρνούμι  ανηφουρκά , πότι αγκαστρουμένις μι την κλιά στα μάτχια κι πότι μι τα κούτσκα  ζαλικουμένις κι τς πιθιρές  απ’ του κουντό να μας διαβάζν τουν ιξάψαλμου; Ιδώ θα πάμι μαναχές μας κι ησυχασμένις, όπουτι ξυγλυτώνουμι κι θα πιάνιτι κι του κιρί κι η προυσιφχή! Τουν καλό κιρό, όμους, κι άμα ιφκιρούμι, θα πάμι, όπους κι όλου του χουριό, στν Άγια Κοίμηση».

αγνικελ61221 1αγνικελ61221 2

     Γλέπουντας να κτίζιτι ου Άη Δημήτρης, οι τρανοί απ’ τουν πέρα μαχαλά,  είπαν: « Ωχ!! Πχιός ακούει πάλι γκριζιάλα απ’ τς γνέκις. Μας έχν που μας έχν σαν του μπάμπαλου στου μάτι  κι μας αναθυμούν γιατίς εστησάμι τα σπίτια σε ανάσκιλου τόπου, ανάμισα στα λακώματα, στα σούδια κι τα νουχτάρια,  τώρα θα μας ξιθιώσν  ντραβαλιάζουντας. Αφτές χουρέβν δίχους άργανα, τώρα που βρήκαν κι νταούλια…. Πρέπει να φκιάξουμι κι μείς  στου μαχαλά μας  ικκλισιά μι τουν Αγιώρ για θκό μας γείτουνα κι προυστάτη, να ξέρουμι ότι  γιουρτάζ τν άνοιξη, ότις σώθκι του χιμουνιάτκου ιξάμηνου, να σμίγουμι τα τσιλιγκάτα, να τα αρματώνουμι μι τα κυπρουκούδουνα, να φεύγουμι απ’ τα μαντριά κι να βγένουμι  στα  βουσκουτόπχια. Θα ξέρουμι ότι ήρθι η επουχή, αφού απουκόψουμι τα αρνουκάτσκα, να βάλουμι στρούγκις κι κινούργιου τζιουμπάνου στα χουριανκά τα βόδια κι στα γιλάδια κι βαλμά στα άλουγα. Πηρήφανους κι θαυματουργός μι κόκινου άλουγου ου Άη Δημήτρης που έχν στουν ουπανό μαχαλά, πηρήφανους, θαυματουργός, μι άσπρου άλουγου ου θκόμας ου Αγιώρς, μη μας πιρνούν οι ουπανοί για τίπουτας  μπακατάρδις».

     «Καλά ακούγιτι αφτόιας», είπαν  οι νιότιρις γνέκις απ’ τουν πέρα μαχαλά. «Άμα οι ουπανές φουβούντι μη χαλάσν τα λουστρίνια  κι τα τακούνια αραδίζουντας , για να κατέβν στν ικκλισιά στου μισιχώρ, ιμείς πώς θα πιρνούμι απ’ του λάκκου του χειμώνα, να πάμι στην Άγια Κοίμηση, μιγάλ η χάρη τς; Δεν είπαμι να μην πάμι στν Τρανή ικκλισιά ,αλλά καλά θα ήταν να είχαμι κι μείς  έναν τρανό  Άγιου στου μαχαλά μας να φρουντίζουμι ,να πιταγουμέστι όπουτι αδειάζουμι -ακόμα κι μι τα ζμάρια στα χέρια κι ζουσμένις τν πουδιά - για να βάλουμι κιρί κι να μας αβουηθάει».

   Οι  τρανύτυρις όμους γνέκις, φόντς άκουσαν αφτά, αγλήγουρα αναδρουμώθκαν κι κουσέβουντας πήγαν να βρούν τουν  παπά. «Αφέντ, άξαμι απ’ τς άντρις μας κι απ’ τις νύφις κι θυγατέρις ότις σκέβιστι να φκιάξτι ικκλισιά στου μαχαλά μας  για τουν Αγιώρ. Καλά μέχρι ιδώ. Ιμείς όμους οι παλιότιρις, που είδαμι τόσα κι περασάμι τόσα κι τόσα, σκέφκαμι  αλλιώτκα, εσκαψάμι βαθύτιρα, όπους λέμι, κι ας μας λέν οι άντρις μας ότι δεν μας κόβ κι ίμιστι όρνια, ζλάπχια κι σιαμούτκα. Είπαμι αναμιταξύ μας: «Καλός κι άγιους ου Αγιώρς, αλλά μας λουμουριάζ ψίχα η γιουρτή τ. Πότι γιουρτάζ κανουνικά  κι πότι τν Πασκαλιά. Άσι που ικίν τν ιπουχή δεν ξέρουμι κατά που να βαήσουμι απού  χίλις δλιές για τα Πασκαλόγιουρτα. Πλυσίματα, ασβιστώματα, κηπώματα, αμπέλια κι ένα σουρό ακόμα. Πασκαλιάτκα, πάλι, πχιός να ’ρθει  στα σπίτχια μας να σκώσ του ύψουμα. Όλοι είνι  ναρκουμέν απού τα ψτάρια  κι τα αβγά κι οι γνέκις ξικατινιασμένις απ’ τα χουσμέτχια. Άμα πέφτ αργά του Πάσχα, πιάν ου Μάης κι η ζέστα, ξινουστιμέν τα γιουρτάσια. Ικίν τν ιπουχή, ίνι κιρός να αμπήξουμι τα φασιλόξυλα, να πλύνουμι τα κουλόκουρα, να κόψουμι κι να δέσουμι τα τριφύλλια με τν κασόνα, αχώρια η στρούγκα». Πες μας, λοιπόν, έναν άγιου να γιουρτάζ του χειμώνα, για να προυφτένουμι να σιλαρώσουμι τν ικκλισιά κι τς στράτις απ’ τα κόπρια κι τς πέτρις. Να μην έχουμι πουλλά χουσμέτχια, να έρχουντι κι οι γνέκις απ’ όλου του χουριό, να αφήν καμιά δικάρα στου παγκάρι για τουν άγιου, να γλέπν κι τα θκάμας τα καπιτάλια, τουν ουβρό, τα στρουσίδια κι τα κιντήδια. Ανιξιάτκα μι χίλια χουσμέτχια κι του σπίτ γκόλιαβου, δε μας φαίνιτι πρέπουν να έχουμι γιουρτάσια κι καλαμπαλίκια. Σώνουντι κι τα κρασιά κι τα ρακιά για τς άντρις κι οι μέντις για τι μας τς καψουγνέκις. Του χειμώνα έχουμι  χάσμαλα, προυσήφουρα, έστου κουκόσις κι  παραχουμένα στ’ άχυρου ξυνόμπλα κι κυδώνια για πρόφτασμα κι για ξιαντρόπιασμα. «Δεν έχτι άδικου», είπι ου αφέντς κι χάιδιψι τα γένια τ. «Ιδώ που τα λέμι, ισείς θα έχτι  έγνια για τν ικκλισιά κι ισάς σας χρειάζιτι πλιότιρου κι σιαφτά τα θέματα τί ξέρν οι άντρις; Αφτοί εχν μούγκι μια δλειά. Να παίρν τουν τρουβά κι να φεύγν αγλήγουρα, λες κι τς κηνυγούν, για τα μαντριά κι του ζυβγάρ για του χουράφ. Ισείς θα έχτι φρουντίδα κι για τν ικκλισιά, πέρα απού τα σπίτχια σας. Θα βρούμι άγιου που γιουρτάζ τουν χιμώνα, να είνι τρανός κι να έχουμι κι ουνόματα  πουλλά να γιουρτάζν ανήμερα, αφού θέλτι να δέχιστι κόσμου, για να σκών του ύψουμα. Απ’ όσου διάβασα, Αγινικόλας κι Αηθανάσης γιουρτάζν του χειμώνα. Ξέρου κι Νικουλάδις κι Θανασάδις έχ του χουριό μας κι ου μαχαλά σας. Απουφασίστι ισείς για πχιόν απ’ τς δυο θα φκιάξουμι  ικκλισιά» .

    «Σκεφτουμέστι να φκιάσουμι για τουν Αγινικόλα  μιαν ικκλισιά. Ου Αηθανάσης γιουρτάζ καταμισής στου  καταχείμωνο. Μι  του χιόν μέχρι του ζνάρ , τα κρουστάλια να κρέμουντι ως την γης κι τουν λάκκου κατιβασμένου άκρια κι άκρια κι απέραγου, τί γιουρτή να τουν κάνουμι, μιγάλη η χάρη τ; Άσι που ιτότις γιννούν κι τα γαλάρια μας κι πάμι στα μαντριά  να πυρώσουμι τα νιουγένητα, να τα προυσλάξουμι κι να κουβαλήσουμι φούντις, έλατα, κέδρα κι πουρνάρια να φαν, για να έχν κάνα κόμπου γάλα. Καλύτιρα τα Αηνικουλά, βουηθάει κι ου κιρός ιτότις, αν κι καμιά φουρά τα ασπρίζ τα γένια τ ου Άγιους. Δε θα αφήσουμι όμους μι του παράπουνου  κάναν Άγιου. Όλοι οι χουριανοί, αφού κτίσουμι τουν Αγινικόλα, μαζί θα κτίσουμι μια μικρή έστου ικκλισιά κι για τουν Αγιώρ κι για τουν Αηθανάση κουντά στου μαχαλά μας. Ολις οι γνέκις απ’ του μαχαλά μας θάχουμι του νου μας να είνι τα καντήλια αναμμένα κι τα ξουκλήσια τακτουποιημένα  κι  να λαμπουκουπούν καλύτιρα κι απ’ τα σπίτχια μας. Θα συνουγιούμιστι πχιές θα έχν έγνια για τουν Αγιώρ κι πχιές για τουν Αηθανάσ». «Ο Θιός  σας φώτιξι κι πήρατι τέτχια σουφή απόφασ», είπι  ου αφέντς. «Ετσιάς δε θα έχ καγκάνας παράπουνο κι θα τάχτι καλά μι όλνους. Θα λειτουργούμι στουν Αγιώρ πάντα στ γιουρτή τ ή τη Διφτέρα του Πάσχα, ανάλουγα πως θα τυχέν, κι στουν Αηθανάσ πάντα στ γιουρτή τ κι στις 2 απ’ του Μάη, που τουν γιουρτάζν πάλι, όπους κάνουν  κι στου Τρανόβαλτου, μια μέρα μές στ Λαμπρουβδουμάδα κι όπουτις ισείς θιλήστι ν ανοίξιτι τν ικκλησιά.

    Καλά όμους ίνι να σας πω κι λίγις κουβέντις για τουν Αγινικόλα, τον «κανόνα πίστεως και εικόνα πραότητας» όπους γράφν κι οι αφλάδις. Ήταν δηλαδής τύπους κι υπουγραμμός για την πίστη τ κι για τν ηρεμία τ . Όταν όμως άκουσι τουν Άρειο να λέει στουν κόζμου ψέματα κι σαλουκουβέντις, τάχατις πως «ο Χριστός δεν είναι Θεός αλλά κτίσμα του Θεού» βγήκι απ’ τα ρούχα τ κι μια μέρα που ανταμώθκαν, τουν έριξι μια μπάτσα τουν Άρειο. Βέβια μιτάνιουσι που δε συγκρατήθκι –δέσπουτας  άνθρουπος-κι τιμουρήθκι κι μι φυλακή απ’ τουν αφτουκράτουρα. Γιαφτό να προυσέχουμι τι λέμι, γιατί «η κακιά κουβέντα κι του ψέμα είνι σφαίρα, άμα φύγ απ’ του στόμα δε γυρνάει πίσου» κι τα χέρια μας κι  χαιδέβν αλλά κι διπλαρών. Ακόμα κι ου πιο μόλαβους άνθρουπους μπουρεί να αγανακτήσ κι να μας κλουριάσει καμιά πισανάπουδη, άμα τουν προσβάλουμι τα ιερά κι τα όσια».

   «Αφέντ, καλά τα λες ισύ, αλλά δεν ήρθαμι ιδώ, να μας κάντς κήρυγμα. Έχουμι κι σπίτχια που μας καρτιρούν. Θα τα βρούμι αλώνια, άμα χασουμιρήσουμι κι άλλου. Τήρα, συνδρόμα να ξικινήσ του χτίσιμου αγλήγουρα. Σκέφκαμι, ακόμα, ότι ου καλύτερους τόπους να γένη η ικκλισιά είναι στν Τρανή Πουρναριά  κι στα δυο τα Καραγάτσια, αφού κι οι πιο παλιότιρ έκτιζαν  τα ιερά- όπους τάλιγαν- κουντά σι μπιάγδια, λακκώματα, ποτάμια κι σι μιγάλα δέντρα, για να ισθάνουντι σα να ίνι στουν παράδεισο, αντάμα μι τουν Θιό. Θα ίνι σιμά κι στου υπόλοιπου του χουριό, θα φαίνιτι απού παντού η ικκλισιά. Κι όσου πάγους κι χιόνια να τυχέν στ γιουρτή τ ή όπουτι δυνάζουντι οι γνέκις, θα έρχουντι, αφού  απού ικεί ου λάκκους  πιρνάει ιφκουλότιρα. Έχουμι τα σπίτχια, πίσου απ τουν πίσου, μακριά απ’ τουν κόσμου, λες κι ήμαστι ψώραβις, μην  καηπώσουμι κι τουν Αγιου πίσου στου Μπουζά  σι καμιά ζήγρα, λες κι ίνι φουνιάς. Είνι καλή πιρασιά κι παρατηρητήριου αφτό του σημείου, σκέφκαμι. Όλους ο μαχαλάς αλλά κι του χουριό, θέλουντας κι μη, απ’ αφτό του σουκάκι θα διαβέν, για να παέν στα κουπάδια κι τα χουράφια, στ’ αμπέλια κι στα βαλάνια. Όλου κι κάποιους θα θελήσ ν’ ανάψ κάνα  κιρί, να ξαπουστάσει στουν ίσκιου απ’ τν πουρναριά  κι να ζαρώσ μέσα, άμα τσακώσ κάνα ριμπούρ».

   Αφού ήρθι η ιπουχή να αρχινίσ του κτίσιμου τ Αγινικόλα, όλους ου μαχαλάς –όπους έκαναν κι όταν έστηναν τα θκά τς σπίτχια- βοήθτσαν να απουκτήσ κι ου Άγιους του σπιτικό τ. Οι άντρις, αφού ίσιαξαν τουν τόπου κι έσκαψαν τα θιμέλια, κουβαλούσαν σβαρνίζουντας, δεμένα μι  τριχιές κι αλτσίδις, ποταμούς, γριντές κι καβαλάρδις απ’ του βουνό, αλλά κι τσιμπίδια ιλατίσια κι ζνάρια δρέινα κι απέλλις, φουρτουμένα στουν ώμου κι στα πράματα. Βέβια είχαν τηρήσ να έχ  χάση του φιγγάρ κι να είναι μέρα Σαββάτου ή Πέφτ, όταν τάκουβαν, για να μην τα πιάσ του σαράκ κι  σαπίσν. Τς πέτρις, όσις ήταν σμά, κουβαλούσαν οι γνέκις κι τα κουρίτσια με τν καζάκα όπους κι του χώμα, για να φτιαχτεί η λάσπ . Οι άντρις κι οι τζιάκδις  μι τα πράματα σε ειδικά κασόνια, απ’  τς Φτές κι τουν Μπουμπόσυκα κουβαλούσαν τς χουντρότιρις  τς πέτρις.   

   Ήταν σα γιουρτή κι πανηγύρ ιτότις του κτίσιμου. Χουρίς μηχανικούς, αρχιτέκτουνες κι διακουσμητές ισουτερικών χώρουν κι σχέδια, αλλά μι τέχν, μεράκι, «σεβασμό στη φύση και στην ορθόδοξη  χριστιανική  ναοδομία». Όλα τάφκιαναν καθώς πρέπ, μι του μυαλό κι του κουρμί. Ούτι πουλιουδομία, αρχιουλουγία κι αστυνουμία για «διατάραξη  κοινής ησυχίας» κι «υπέρβαση του συντελεστή δόμησης». Ακόμα κι σήμιρα τα ντβάρια αυτά, με τα «ευτελή υλικά», που τα λέμι τώρα, ύστερα απού έναν αιώνα κι παραπάν, είνι τα ίδια που  έφκιαξαν οι προγόνοι μας. Ένα μόνου  μικρό κουμάτ που έπισι, δίπλα απ’ του Ιερό, του ξανάφτιασαν πάνου στου παλιό. Επί παπα Βασίλη, αρχές του ιξήντα, έγινε η πρώτ ανακαίνιση. Ζευγάρι συγχωριανών μας  που ζούσαν στν Αθήνα, χάρισε ένα πολύ τρανό για τν ιπουχή πουσό. Αλλά κι όλους ου μαχαλάς, όπους κι όλου του χουριό, έβαλι παράδις, για να στρωθούν τα μωσαικά, να σουβατιστούν κι να ασβιστουθούν τα τιχώματα κι να γένουν κι άλλις εργασίες ευπρεπισμού και  συντήρησης. Είχι κι άλλη πόρτα που άνοιγι κατά πως βασιλέβ ου ήλιους, αλλά τν έκτισαν, για να στηρίζιτι καλύτιρα του κτίριου κι να μην μπεί κάνας κρυφά απ’ αφτήν κι πατής τν ικκλισιά, αφού ήταν απόζιρβα. Τότις  έκτισαν  κι του πρώτου τειχίου αντιστήριξης απ’ τν κατνή τν μιριά, για να μην ξινουχτίζιτι του έδαφους κι φύγ ου τόπους μαζί μι τν ικκλισιά  κι κατιβούν χαμπλά στου λάκκου. Στις ιργασίις που γίνκαν τότι, βρέθκαν κι ανθρώπινα οστά γιατί, κατά πώς μολόγησαν κι οι παλιότιροι, έθαβαν τς νικρούς τρόιρα απ’ τν ικκλισιά-όπους κι στουν Αη Δημήτρη- όταν ου κιρός δεν ιπέτριπι να τς θάψν στν Παρασκευή.

    Του 1983, με του πουλύ του χιόν, γουνάτσει  κι η σκιπή τ Αγινικόλα απ’ του βάρους. Ήρθι ου κιρός να τουν φκιάξν κινούργια σκιπή κι να ξινασύρν τα κιραμίδια. Κατά πως μουλουγάει η Μαρία τς Σταθουλέντς, πήγαν οι γνέκις  απ’ τν γιτουνιά να πάρν τα ξύλα κι τς απέλις, να τα έχν να τα κάψν στου καζάν κι για καψόξυλα στν σόμπα, για να μην τα πιτάξν στου λάκκου κι παέν χαμένα. Συνουήθκαν να παέν λάδια για τα καντήλια στν Άγιου, για να πατσίσν τα ξύλα. Πέρασι  κάμπουσους κιρός κι οι γνέκις αστόχσαν του τάμα που έκαναν στουν Άγιου. Παρουσιάσκι ιτότις ου Άγιους τν νύχτα σι όλις κι τς  ίπι. «Πήρατι, κυράδες, τς απέλις κι τα ξύλα, αλλά λάδ δε μι ιφιρέτει! Ακόμα του καρτιρώ». Μια απ’ αφτές ήταν κι η μάνα τς Μαρίας. Τν αλλ τη μέρα, νυχτουχάραγα, πήγαν όλις μι ένα μπουκάλι λάδ ουπχάτ στν πουδιά στουν Αγινικόλα. Αφού ανταμώθκαν, τηρήθκαν κι μια ρώτιξι. «Ινουρέφκιτι, μα κι σείς γνέκις, τουν Άγιου; Τί μασκαραλίκ πήγαμι να φκιάξουμι!!. «Μην ξιαστουχνάς τι τάζις σι Άγιου» κι  « Μη τάζεις του κούτσκου ότις θα του πας άτα». «Του τάξιμου  θέλει δόσιμου κι ου δρόμους θέλ πιρπάτμα». Καλά μας ουρμήνιβαν οι παλιότιρ».

   Ο Αγινικόλας, «ορφανών προστάτης και χηρών, πεινώντων τροφέας και των πενομένων πλουτιστής», άγιος και μύστης του Θεού, είνι απού ιτότις που τουν πρωτουέφκιασαν του κοινό κι αδιαίριτου σπίτι για όλις τς γνέκις στουν πέρα μαχαλά. Ήταν τόπους αναψύξεως για ικίνις κι παιδότοπος για τα κούτσκα. Τουν φρόντιζαν, τουν περιποιούνταν κι τουν στολίζαν μι στρωσίδια κι κιντίδια, όπους κι τα σπίτχια τς η καθιμιά. Ήταν κι ίνι φύλακας, βουηθός, άγιους και θαυματουργός, ιξομουλόγους, γιατρός για όλις τς ζαμπακαριές κι τα  σουπλίκια. Όπους οι παλιότιρις, έτσι κι οι νεότιρις πρωί κι βράδ εχν τν έγνια να είνι τα καντήλια αναμμένα κι ου χώρους μέσα κι όξου  καθαρός. Κάθι χρόνου πριν τν Πασκαλιά αλλά κι μια βδουβάδα αρχύτιρα απ’ τν γιουρτή τ, όπους έκαναν γιαγιές, μάνες κι πιθιρές, μι τουν ίδιου ζήλου κι οι νιότιρις  φροντίζν να φκιάξν γενική καθαριότητα στν ικκλισιά. Θυμούμι, απού φόντς αγρίξα τουν κόσμου, ότις η  Ξανθουμήτρινα αλλά κι η Μπλατζουσουτήρινα  ικίνα τα χρόνια χουσμέτιβαν  όλν την μέρα σι όλα τα βακούφια στουν πέρα μαχαλά κι  ιδίους στουν Αγινικόλα, όπους κι η Τάσινα που συνεχίζ ως κι τα σήμιρα. Τα καλουκέρια, κάθι  Σαββάτου που ερχουμάσταν στου χουριό απ’ ταρμάνια για να λουστούμι, η μάνα μας, αφού μας ξιπιτσούσι τρίβουντας να φύγν οι ζγκούρις, μας έφκιανι κι τν τζιουφέτα. Όταν έρχουνταν η ώρα να ξαναφύγουμι για τα γιλάδια στς Παπαδιές, μας έβαζι καναδυό σπυριά άλας στα τζιόπχια, για να μην αβασκαθούμι «απ’  τς γνέκις που μαζεύουντι στουν Αγινικόλα». Κατά πως λέει κι ου μύθους, η μάνα είτι πέρδικα είτι κουκουβάγια, τα θκάς τς τα πιδγιά λέει πως είνι τα πιο έμουρφα.!!! Ο καθένας μας σίγουρα δουκιέτι μι νοσταλγία εικόνις, πρόσουπα κι γιγονότα σχετικά μι τν ικκλισιά αυτή. Αξέχαστος για όλου του  χουριό έμεινι  ου γάμος που έγινι στουν Αγινικόλα. Εκεί στιφανώθκαν ο Αποστόλης Παλούκας με την Κουστάντω, που ήρθι  στολισμένη νύφη απ’  την Κρανιά καβάλα στ’ άλουγο, μουσκεμένη μέχρι το κόκαλο απού τουν βρόχαρο που έριχνι. Όσις ήταν κουρίτσια ιτότις, ακόμα θυμούντι του  πλιβρίτουμα που πέρασαν αλλά κι τα κλιάματα που έκαναν γιατίς χάλασαν απ’ τς λάσπις  τα κινούργια κι μουντέρνα  παπούτσια που ίχαν  ψουνίσ  μι τς παράδις  που δούλιβαν στα βαμπάκια!!.

   Στου  χουριό  μας απόχτησα πουλά πτυχία κι τρανή περιουσία ανεκτίμητης αξίας, βαριά κληρουνουμιά, δώρο απ’ όλνους τς συγχωριανούς, κι χουρίς να πλιαρώσου φόρους μεταβίβασης και απαλλαγμέν απού υποθήκις και ΕΝΦΙΑ. Είνι οι αναμνήσεις μου, οι γνώσεις, οι παρέες, οι σουφές κουβέντες κι οι εικόνες μι ανθρώπους «παλιάς κοπής», σοφούς και πονεμένους, που  έζησαν σκληρή ζωή, «γκαβά» αλλά  κι καλά χρόνια, αφού, όπους κι ου Αγινικόλας, απόκτησαν «τη ταπεινώσει  τα υψηλά, τη πτωχεία τα πλούσια».  Τουν πλιότιρου πλούτο μι τουν έδουσαν γνέκις θλιμένις κι μια ζουή μαυροντυμένις αλλά όχι απελπισμένις.

    Μια απ’ τς «φωτογραφίις» που έχου πάντα μαζί μ στου σουκόρφ απ’ του μυαλό μ,  είνι κι οι γνέκις του πέρα μαχαλά, να κάθουντι στουν ίσκιο τς πουρναριάς στουν Αγινικόλα. Η Παλουκουδημητρούλου, η Δημουγιώργινα, η Βασίλου, η Παναηώτινα, η Λέν τς Νάτσιους, η Γιουργίτσα, η Νικουλάκινα, η Στουλίνα, η Ρισφουρίνα, η Τσιτσουπούλινα, η Κατσίμπινα, η Νάσινα, η Βάηνα, η Λίηνα αλλά κι όλις ικείνις που έζησαν σ’ αυτόν του μαχαλά κι  ίσους κι να τς αστόχσα. Απού τν άνοιξη  μέχρι να πιάσν τα κρύα του χινόπoυρου, κάθι διλνό, αφού άναβαν τα κιριά, τα καντήλια κι σιλάρουναν τουν άγιου, ικεί μαζέβουνταν μαζί μι άλλις απ’ όλου τουν μαχαλά, μασλατούσαν  κι βίγλιζαν στουν ίσκιου της  Πουρναριάς, καρτιρούντας να πέσει ψίχα ου ήλιους κι η λάβρα, να μπουν στα κηπώματα, να ξαναρχινίσν τα χουσμέτχια  μέχρι να μουργκήσ κι να σμαζουχτεί όλη η φαμπλιά, για να τραπιζώσν.

    Χρόνου μι τουν χρόνου η παρέα λιγόστιβι κι αραίουσι κι μαζί τους γέρασι, αρρώστισι κι έφυγι κ η πουρναριά. Ίσους να μην άντιξι χουρίς εκείνις που έφυγαν. Ίσους να τν πήραν μαζί με τα μυστικά κι τα βάσανα που άκουσι τόσα χρόνια, για να εχν ίσκιου στουν Παράδεισου. Σήμιρα, η Παλουκουκούλα, η Δημουπουστόλινα, η Βάια, ηΤάσινα, η Θανάσω  κι η Φρουσύνα απ’ την παλιά παρέα, παρά τα γεράματά τους, έχν ακόμα  έγνια για τουν «αγαπημένους τους  γείτονα» κι καρτιρούν τ γιορτή τ με την ίδια χαρά, όπους όταν ήταν ακόμα  κουρίτσια κι νύφις. Δεν ξιχνούν να μνημουνέβν γουνίδις, πιθιρκά ,αδέρφια κι τς γιτόνισις κι συντρόφσις που  κατοικούν τώρα πχια στου «μαχαλά των αγγέλων». Άξιες κι ικανές  όμους  είναι κι οι τωρινές νύφις κι θυγατέρις του μαχαλά, που  συνεχίζν να έχν έγνοια για την κοινή τους προίκα, τον Αγινικόλα. Η νοικουκυροσύν τς κι η βαθιά τς πίστ  μαζί μι τν συνδρουμή συγχωριανών, εκκλησιαστικών συμβουλίων αλλά κι του μιράκ των μαστόρων,  έκαναν τον Αγινικόλα  ομορφοκκλισιά. Ξέρουν καλά ότις οι ικκλισιές, όπους κι του σπίτι,  είνι «τρύπχιους κουμπαράς κι πουτές δε χουρτέν». Κάθι μέρα κι ιπουχή κατ θα χρειαστούν…Όπους κάθι χρόνου, στόλισαν κι φέτους τουν Άγιου κι καρτιρούν να  παέν ου κόσμους, να προσκυνήσ τη χάρη τ κι να γιουρτάσν κι τς Νικουλάδες στουν πέρα του μαχαλά.

   Χίλια ιφχαριστώ σε όλες και όλους που τς ξαναγίνκα  πανωγόμ ντραβαλιάζουντας κι μ έδουσαν αμέσως τα συντάκια που αφουρούν τουν Αγινικόλα. Ιφχαριστώ κι τουν Γιάνν τς  Βανθίας απ’ τν Μπαρούκα, που με έστιλι  αγλήγουρα τα  πηρήφανα  καρπουστάλια. Ο Άγιος να αβουηθάει  τουν  πέρα μαχαλά, όλου του χουριό μας κι όλουν τουν κόζμου.

  

Χρόνια  πολλά, γεμάτα με τη χάρη και την ευλογία του Αγίου σε όσες και όσους γιορτάζουν.

 

 

Σημ.: Ο Κώστας Παλπάνης είναι θεολόγος, με καταγωγή από την Ελάτη Σερβίων