Μικροβαλτινοί γάμοι στην κατοχική περίοδο 1943-1945 Εκτύπωση
Τρίτη, 22 Ιούλιος 2014 17:21

Μικροβαλτινοί γάμοι στην κατοχική περίοδο 1943-1945

…αφηγείται ο Γιάννης Καβουρίδης, ο σωφέρης

93 gamoi 43-45 277 kavouridis sofer…Την άλλη μέρα, από το ολοκαύτωμα του χωριού από τους Γερμανούς στις 21 Αυγούστου 1943 ημέρα Σάββατο, κάθε οικογενειάρχης μάζεψε τη φαμελιά του και όλοι σκόρπισαν στα γύρω βουνά, εκεί που είχε μαντριά ο καθένας.   Έτσι δημιουργήθηκαν διάφοροι οικισμοί από καλύβες, άλλοι μικρότεροι και άλλοι μεγαλύτεροι.

Να αρχίσω από τον οικισμό στο Προσήλιο, δίπλα από τα Μπουχάρια, που ήταν οι Τζιουνάδες, ο Σκαριμπουζιώγας (Παπαδόπουλος Γεώργιος), ο Κουτουλουνικόλας κ.α. Πιο μπροστά στο Καλάμι ήταν οι Γκουβράδες (Παλιανοπουλαίοι), οι Αλεξοπουλαίοι και οι Τοτσκαίοι (Παπαδοπουλαίοι).

Πιο κει στο Κυριακάθκο ζούσαν οι Παπαδημητράδες, ο Κώστας ο Κωτούλας, οι Μπατσιακάδες κ.α. Άλλος μαχαλάς ήταν στα Ξεράδια με τους Τσιουβακάδες (Χαρισοπουλαίοι) και τους Φακάδες (Νατσιοπουλαίοι).

Απ’ την κάτω πλευρά προς το Παλιμανάστηρο, που ήταν και ο μεγαλύτερος οικισμός, ήταν οι Σταθοπουλαίοι, οι Γιαννοπουλαίοι, ο Μητσιάκος (Παπαδόπουλος Δ.). Πιο κάτω ήταν άλλοι Σταθοπουλαίοι, ο Χαϊντάρης και οι Τρατσαίοι (Θεοχάρης). Στη Ρίζα ήταν οι Καβουράδες (Καβρουζιώγας, Τσίτσιος, Καβρουβαγγέλης), ο Πούτας, οι Βεττάδες (Μίκας και Γιώργος) και ο Καλίτσιος (Γιαννόπουλος Χαρίσης). Λίγο πιο πάνω απ’ τη Ρίζα ήταν ο Παπαγεωργίου, ο Παπανικολάου και ο Γιαννίδης. Στη Ρίζα πέθανε ο Κουκουλοβαγγέλης και τον θάψανε εκεί. Ακόμα πέθαναν εκεί ο παππούς ο Ζούλφος (Βέττας) και η Ντραγατουμίτρινα, του Μήκα του Βέττα η γυναίκα, αλλά αυτούς τους βγάλανε και τους θάψανε στο χωριό. Τους κουβάλησαν στον ώμο δυο άτομα σε ένα δίχτυ από φόρτωμα (σχοινί) και δυο μεγάλα ξύλα.

Στη Φτέρη ήταν ο Νατσιουγκουντής (Νατσιόπουλος Κώστας), ο Σκαριμπογκουντής (Παπαδόπουλος Κώστας), ο Πασκάλης ο Λαμπρόπουλος κ.α. Ανάμεσα στο Γαϊτανόλακκα και την Κομμένη τη Ράχη ήταν οι Τζιαντωνάδες, ο Ζιάκας ο Θανάσης κ.α. Στις Βαμπακιές οι Τσιτσουλιανάδες (Τζιουτζαίοι)…

…Κι αυτά τα δύσκολα χρόνια όμως είχαμε και παιδιά αρραβωνιασμένα και έπρεπε να παντρευτούν. Θυμάμαι καλά τρεις γάμους που έγιναν τότε.

Πρώτα το γάμο του Τζινουμήτσιου (Τζιώνα Δημήτριου). Εγώ είχα τα γουρούνια στον Αηλιά, όταν άκουσα τραγούδια και είδα πολύ κόσμο να βγαίνει από το Προσήλιο και να γυρίζει προς τα Ισιώματα, ενώ μπροστά είχαν το φλάμπουρο. Πήγαιναν στο Κυριακάθκο να πάρουν τη νύφη τη Γλυκερία,από τους Παπαδημητράδες. Μου είχε κάνει εντύπωση ότι όταν έβγαιναν στις ράχες ακούγονταν τόσο καλά τα τραγούδια και άμα έμπαιναν σε κανένα ρέμα χανότανε και τα τραγούδια. Όπως μου έλεγε μετά ο ξάδερφός μου που ήταν κοντά, τους δεχτήκανε με τραγούδια και χορό και καθίσανε κάτω από τα δέντρα, να έχουν και ίσκιο, για να φάνε. Πρόβλημα είχαν με τα πιάτα, αφού είχαν λίγες μσούρες (πήλινα πιάτα) και λίγες γκούμπζες (ξύλινα πιάτα), ενώ με ένα κουτάλι τρώγανε δυο και τρία άτομα. Κάθισαν εκεί μέχρι το απόγευμα, οπότε και κίνησαν όλοι μαζί παίρνοντας και τη νύφη για το Προσήλιο. Βογγούσαν οι ρεματιές από τα τραγούδια και τις χαρές. Τους καλοδέχτηκαν και στο Προσήλιο, φάγανε και εκεί και το γλέντησαν όλη νύχτα μέχρι τα ξημερώματα σε μια βραδιά που είχε φεγγάρι, με τον Πασκάλη που έπαιζε βιολί και είχε φτάσει κι αυτός από το απόγευμα.

Δεύτερος γάμος ήταν αυτός του Μητσιάκου (Παπαδόπουλου Δημήτρη). Αυτός έκανε λίγο δρόμο παραπάνω, γιατί κίνησε από το Παλιμανάστηρο και πήγε στην άλλη μεριά στα Ξεράδια που έμενε η νύφη, η Βάγια η Σταθοπούλου. Θυμάμαι στο δρόμο καμιά εικοσαριά άτομα που πήγαιναν τραγουδώντας.

Και τρίτος γάμος που θυμάμαι καλύτερα, γιατί με είχαν σαν μπράτιμο παρότι ήμουν μικρός, ήταν αυτός του Θανάση του Καβουρίδη (Τσίτσου). Κινήσαμε από τη Ρίζα να πάμε στις Βαμπακιές, όπου καθότανε οι Τσιτσουλιανάδες (Τζιουτζαίοι). Περάσαμε από ένα μονοπάτι μέσα από το Τρανό τ’ Ανήλιο, μέσα από λευτοκαριές. Μας δέχτηκαν πολύ καλά, είχαν και ανοιχτό χώρο και το στρώσαμε στο χορό και μια αχυρώνα μεγάλη. Μετά μας βάλανε να φάμε. Αλλά μας μπήκε μια ιδέα, γιατί αυτοί γίδια και γελάδια, μήπως το κρέας ήταν από καμιά γελάδα, γιατί τότε δεν το τρώγαμε αυτό το κρέας, και κοιτιόμασταν στα μάτια με το γαμπρό, αν θα φάμε ή όχι. Τελικά φάγαμε μια χαρά γιατί μας είχε κόψει η πείνα, πήραμε τη νύφη τη Λίνα (Κατερίνη Τζιούτζιου) και φύγαμε για τη Ρίζα. Φτάσαμε αργά το απόγευμα και το γλεντήσαμε όλη νύχτα, χωρίς φεγγάρι, αλλά είχαμε κέφι μεγάλο και περάσαμε καλά…

…Και συνεχίσαμε τη ζωή μας την πικρή που είχε σκοτωμούς από τους Γερμανούς, ανέχεια και δυστυχία (αυτά μια άλλη φορά)…

...Την άνοιξη του 1945, αφού έφυγαν οι Γερμανοί, άρχισε να γυρίζει ο κόσμος στο χωριό και να ξεκινάει από το μηδέν. Μας βόηθησαν οι Αμερικάνοι, που μας έδειξαν να βάζουμε πισσόχαρτο στις στέγες για να μην μπάζουν νερά και μας έδιναν και ρούχα…

Ένα πράγμα θυμάμαι ακόμη καλά. Πως πρώτα ενδιαφέρθηκαν όλοι οι χωριανοί να ξαναχτιστεί η εκκλησία και δούλεψαν εθελοντικά να καθαρίσουν τα μπάζα, γιατί ήταν όλο ένα ερείπιο…

Τα βάσανά μας όμως δεν τέλειωσαν εκεί. Ήταν να περάσουμε άλλα 4-5 πολύ δύσκολα χρόνια με τον εμφύλιο…

Γιάννης Καβουρίδης, ο σωφέρης

Για την αντιγραφή: Γιώργος Μ.

* Η ΦΩΤΟ είναι μεταγενέστερη -από το 1957-. Νύφη είναι η Δέσπω Παπαντωνίου, που φόρεσε και το πρώτο νυφικό στο Μικρόβαλτο!