www.mikrovalto.gr

Τυχαία φωτογραφία

Αναζήτηση


Τα Ρουγκατσιάρια της Πρωτοχρονιάς στο Μικρόβαλτο (του Δάσκαλου +Ηλ. Λαμπρέτσα, από το βιβλίο ΜΙΚΡΟΒΑΛΤΟ) Εκτύπωση
Σάββατο, 31 Δεκέμβριος 2016 04:17
ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ-ΠΑΡΑΔΟΣΗ

ragmikrhe5.1.12 pr15Η πρώτη του Γενάρη, πρώτη μέρα του χρόνου1, παντού γιορτάζεται με ιδιαίτερη επισημότητα. Όλοι υποδέχονται τον καινούργιο χρόνο με χα­ρές και γλέντια και εύχονται να φέρει ευτυχία σ' όλο τον κόσμο.

Τα Σούρβα (Πρωτοχρονιάτικα κάλαντα)

Το πρωί της παραμονής της Πρωτοχρονιάς τα μικρά παιδιά, όπως και τα Χριστούγεννα, κρατώντας τις ματσούκες στα χέρια, με τις οποίες σκαλίζουν τη φωτιά στα τζάκια, γύριζαν τα σπίτια και έψαλλαν τα κάλαντα, τραγου­δώντας το γνωστό τραγούδι του Αγίου Βασιλείου ή φωνάζοντας δυνατά "Σούρβα, σούρβα κι Αϊ-Βασίλης έρχεται".

Το βράδυ της παραμονής, ύστερα από το δείπνο όλη η οικογένεια συγκε­ντρώνονταν γύρω από το αναμμένο τζάκι, που έκαιγε ακατάπαυστα χοντρά ξύλα και περίμενε τον ερχομό του καινούργιου χρόνου. Και ενώ ο παππούς διηγούνταν διάφορες ιστορίες, η γιαγιά κατέβαινε στο στάβλο και κει στο παχνί, όπου τοποθετούν τις τροφές που τρων τα ζώα, έψαχνε στ' άχυρα να βρει κόκκους σιταριού, όσα και τα μέλη της οικογένειας.

Τους κόκκους αυτούς τους έφερνε και τους έβαζε με τη σειρά κοντά στη χόβολη (ζεστή στάχτη), στη ζεστή πλάκα του τζακιού. Κάθε κόκκος αντι­στοιχούσε με ένα μέλος της οικογένειας. Εκεί οι κόκκοι του σιταριού άρχι­ζαν να σκάζουν από τη ζέστη, προκαλώντας κρότο. Από τον κρότο που έκα­ναν και τη διεύθυνση που ακολουθούσαν στο πέταγμα τους μάντευαν την τύχη και την υγεία τους στη νέα χρονιά, που ανέτελλε (εμποροσκοπία). Αν κανενός ο κόκκος καιγόταν χωρίς να σκάσει, πράγμα σπάνιο, θεωρούνταν κακό σημάδι. Γι' αυτόν η καινούργια χρονιά δεν θα ήταν ευχάριστη και oι δουλειές και επιδιώξεις του δεν θα πήγαιναν καθόλου καλά.

ΤΑ ΡΟΥΓΚΑΤΣΙΑΡΙΑ

Το ίδιο βράδυ της παραμονής της Πρωτοχρονιάς οι νέοι του χωριού, πα­ντρεμένοι κι ανύπαντροι - σύμφωνα με παλαιό έθιμο, συγκεντρώνονταν σε κάποιο σπίτι, που το όριζαν για "κονάκι" τους και εκεί άρχιζαν από νωρίς τις προετοιμασίες για την υποδοχή του καινούργιου χρόνου. Πρώτα ετοίμα­ζαν το ρογκατσιάρη (αράπη) με τη μπούλα (νύφη). Του ρογκατσιάρη του μαύριζαν το πρόσωπο και τα χέρια με καπνιά (φούμο), που έπαιρναν από κάποιο τζάκι, του έκαναν καμπούρα στη ράχη, του κρεμούσαν στο στήθος, στη ράχη και στη μέση κουδούνια και κυπριά από τα γιδοπρόβατα και του φορούσαν κατσιούλα (κουκούλα) στο κεφάλι. Στα χέρια του έδιναν να κρα­τεί ένα ρόπαλο, σαν όπλο και του έβαζαν στη μέση έ­να σακουλάκι γε­μάτο με στάχτη, που σκόρπιζε στο διάβα του και όταν υπερασπίζονταν τη μπούλα, την οποία κάποιοι άλλοι επιχειρούσαν να του την κλέψουν.

Η μεταμφίεση σε ρουγκατσιάρη και η όλη εμφάνιση ήταν τέτοια που προ­καλούσε φόβο στα μικρά παιδιά, τα οποία στο άκουσμα του κρύβονταν. Καθώς έτρεχε, σείονταν ή χόρευε, συγκρούονταν και χτυπούσαν τα κου­δούνια και προκαλούνταν δαιμονιώδης θόρυβος. Πίστευαν πως με το θόρυ­βο αυτό εξαφανίζονταν οι καλικάντζαροι.

Ο νέος που παρίστανε τη μπούλα ντύνονταν με γυναικεία ρούχα. Έβαφε το πρόσωπο του με κοκκινάδι και στο χέρι κρατούσε ένα πορτοκάλι ή ένα κρεμμύδι. Άλλοι νέοι μεταμφιέζονταν σε καπεταναίους. Αυτοί φορούσαν τη λεβέντικη στολή του κλεφταρματολού. Άσπρη φουστανέλα με φέσι στο κε­φάλι, καλτσοδέτες και τσαρούχια με φούντες στα πόδια, κουμπούρες με σπαθιά στη μέση και ασημικά στο στήθος.

Τέλος άλλοι μασκαρεύονταν σε γιατρούς που εξετάζουν τους αρρώστους και τους δίνουν φάρμακα, σε τσιγγάνες που λένε τη μοίρα, σε αρκούδες κλπ., φορώντας ανάλογη αμφίεση.

Με τον ερχομό του νέου χρόνου - λίγο μετά τα μεσάνυχτα - ξεκινούσαν για τα Σούρβα με το γνωστό τραγούδι του Αί-Βασίλη:

Αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά κι αρχή καλός μας χρόνος
Αγιος Βασίλης έρχιτι, Γινάρης ξημιρώνει.
- Βασίλη μ', πόθεν έρχισι κι απ' πόθεν κατεβαίνεις;
- Ιγώ απ' τα ξένα έρχουμι κι στα δικά μου πάον.
- Αν έρχισι απ' την ξινιτιά, πες μας κάνα τραγούδι.
- Ιμένα, η μανούλα μου, τραγούδια δε μι μάθι,
μι έμαθι τα γράμματα κι ψαλμουδιές μιγάλις.
- Αν είσι κι γραμματικός, πες μας την Αλφαβήτα.
Στην πατιρίτσα 'κούμπησε να πει την Αλφαβήτα
μα η πατιρίτσα ήταν χλουρή κι απόλυκι κλουνάρια,
κλουνάρια χρυσουκλώναρα κι αργυρά ειν' τα φύλλα
 κι απάνον στα κλουνάρια της πιρδίκις τραγουδούσαν.
Δεν ήταν μόνο πέρδικις, ήταν κι περιστέρια
Κι κατεβαίν' η πέρδικα, να βρέξει το φτερό της
να βρέξει τον αφέντη μας, να βρέξει την κυρά μας.
Κυρά χρυσή, κυρά λιγνή, κυρά μαλαματένια,
Σε σένα πρέπ' αρχόντισσα βασίλισσα να γίνεις
κι στο θρονί να κάθισι την ομορφιά να κρίνεις
Κυρά μ' όταν στουλίζισι στην εκκλησιά να πάεις
βάζεις τουν ήλιου πρόσωπο κι του φιγγάρ' αστήθια
κι τουν καθάριο Αυγερινό, τουν βάζεις δαχτυλίδι.
Να ζήσει η κυρούλα μας, πάντα τραγούδια νάχει

πάντα τραγούδια κι χαρές, κι ου Θεός μέρις κι χρόνια…

Πρώτα-πρώτα επισκέπτονταν το σπίτι του παπά, στο οποίο έλεγαν το παρα­κάτω τραγούδι:
Απάνου σε μοσχομηλιά κι κάτου στ' άγιο κλήμα
Εκεί κοιμάτι ου Δέσπουτας με του σταυρό στου χέρι
μι του σταυρό, με του χαρτί, μι τ' άγιου του Βαγγέλιου
Κανείς δεν πάει να τουν ξυπνήσ', κανείς δεν τουν ξυπνάει
μόν' η κυρά η Παναγιά, πάει κι τουν ξυπνάει:
- Σήκου, αφέντη μ' Δέσποτα, κι μη βαρειακοιμάσι

τα μοναστήρια σήμαναν κι οι εκκλησιές διαβάζουν.

Στη συνέχεια επισκέπτονταν με τη σειρά όλα τα σπίτια του χωριού. Μό­νο στα σπίτια εκείνων που πενθούσαν δεν πήγαιναν. Βγαίνοντας από το ένα σπίτι να πάνε στο διπλανό τραγουδούσαν:
Απ' τους αφεντάδες βγαίνουμε, στους αρχουντάδες πάμι

να τους πολυχρονίσουμε για όλη τη χρονιά.

 Σε κάθε σπίτι που επισκέπτονταν έλεγαν και τραγούδια ανάλογα με τους πόθους και τις επιθυμίες της κάθε οικογένειας. Γενικά τα τραγούδια που λέγονταν στα Σούρβα είναι ευχετικά για τη μεγάλη γιορτή, εγκωμιαστικά ή επαινετικά για τον οικοδεσπότη ή κάποιο άλλο μέρος της οικογένειας. Πε­ριείχαν και κάποια υστεροβουλία. Καλόπιαναν το νοικοκύρη του σπιτιού, για να τους δώσει γενναίο φιλοδώρημα.

Στα σπίτια των τσελιγκάδων, έλεγαν το τραγούδι:
Εδώ σε τούτη την αυλή, τη μαρμαροστρωμένη
Εδώ 'χουν χίλια πρόβατα κι δυο χιλιάδες γίδια
Εδώ 'χουν κι τουν πιστικό τουν καγκιλοφριδάτου.
- Βρε πιστικέ, βρε πιστικέ, βρε καγκιλοφριόάτι
του τίνους είν' τα πρόβατα, τον τίνους είν' τα γίδια;
- Τ' αφέντη μας τα πρόβατα, τ' αφέντη μας τα γίδια,
τ' αφέντη μας κι τον μαντρί, μι τον φλουρί πνιγμένου
Εμείς θα τα τραγ'δήσουμι κι ου θεός να τα χιλιάσει
Αν είνι χίλια ικατό να γίνουν τρεις χιλιάδες.
Κι αν είνι τρεις και τέσσερις να γίνουν δικαπέντε.
Σαν τον μελίσσ' να περπατούν σαν τον μελίσσ' να βάζουν
κι σαν τον ζερβουμέλισσο να πάνι να τ' αρμέγουν
κι σαν τ' μαήσια τη βρουχή τόσα καρδάρια γάλα.
Σι τούτα τα σπίτια τα ψηλά τ' ανώγεια τα μιγάλα
εδώ χουν χίλια πρόβατα κι τρεις χιλιάδες γίδια
Αν είνι τρεις και τέσσερις να γίνουν δεκαπέντε
σαν τον μιλίσσι να βοούν σαν τον μιλίσσ' να βάζουν
κι σαν τον ξερβομέλισσο να πάνε για να βόσκουν
Να ζήσι κι ον αφέντης μας στην ξενιτιά να πάει
να πάει να ξινιτεντεί κι πίσου να γυρίσει
να φέρει τα γρόσια στ' άλουγα κι τα φλουριά στις μούλις
να ζήσης πάντα αφέντη μου πάντα τραγούδια νάχεις

πάντα τραγούδια κι χαρές κι ου Θιός μέρις κι χρόνια.

Στα σπίτια νεαρών ζευγαριών που είχαν νεογέννητο παιδί, τραγουδούσαν:
Ένα μικρό, μικρούτσικου, μικρό κι χαϊδεμένου
Μικρό τούχει η μάνα τον, μικρό κι ον μπαμπάς του
Τρεις βαγιοπούλες το κουνούν κι τρεις το κανακεύουν.
Η μια την άλλη ίλιγι η μια την άλλη λιέει.
Κούνα τον, Βάγια μ', κούνα τον, καλά κανάκεψε τον

ως που να έρθει η μάνα τον να τον καλοβυζάξει.

aragmikrhe311216

Σε σπίτι που είχαν παιδί που πήγαινε σχολείο, έλεγαν το εξής τραγούδι:
Αφέντης έχ' ένα παιδί, στον δάσκαλου του στέλνει
κι ου δάσκαλους του καρτιρεί μι τη χρυσή τη βέργα.
Κι αυτό παραπουνέθηκε, πάισι στη μάνα τ' πίσου
κι η μάνα του του δέχτηκι έξου μακριά στη στράτα.
- Πιδί μ' πού είν' τα γράμματα κι αϊπούν' τα πινακίόια;
- Τα γράμματα είν' στον χαρτί κι ου νους μου πάει πέρα
πέρα-πέρα κι αντίπερα, πέρα στις μαυρουμάτις

πόχουν του μάτι σαν ιλιά, του φρύδι σα γαϊτάνι.

Σε σπίτι που έχουν μικρό κορίτσι, έλεγαν το τραγούδι:
- Μωρή κοντή μου τσαπουρνιά, τι στέκεις στουλισμένη;
κι απ' του φλουρί δεν φαίνισι κι απ' το μαργαριτάρι;
- Η μάνα μου μι στόλισι κι στέκου στουλισμένη.
- Αυτού που κοντουστέκισι ου τόπους λουλουδιάζει.
Βγάζει μέλι κι κηρί κι αρχοντικό λουλούδι.
Του μέλι τρων' οι άρχουντις κι του κηρί οι αγίοι

κι του μιλισσουβότανου του παίρνουν οι κυράδες.

Σε σπίτι που είχαν μεγάλο αγόρι για παντρειά, τραγουδούσαν:
Σαν κίνησι ο νιούτσικος να πάει ν' αρραβωνιάσει
σε κείνα τα σπίτια τα ψηλά, σε κείνα τα σαράια
Εκεί ναι μια δασκάλισσα πούχει τρεις θυγατέρις.
Τη μια την κράζουν του Μαίου, την άλλη Δεσποπούλα
την τρίτη τη μικρότερη Θανάσου μαυρουμάτα

αυτήν να πάρ'ς, αγόρι μου, κι ας είναι μαυρουμάτα.

Σε σπίτι που είχαν κορίτσι για παντρειά, τραγουδούσαν:
Σε τούτ' τα σπίτια τα ψηλά, τ' ανώια τα μεγάλα
Εδώ 'χουν κόρη ανύπαντρη, κόρη για αρραβώνα
την τάζουν γιό του βασιλιά, τη δίνουν γιό του Ρήγα.
-Δε θέλου γιό του βασιλιά, δε θέλου γιό του Ρήγα
μόν' θέλου τζιομπανόπουλου να παίζει τη φλουγέρα
να παίζει να λυγίζεται, να βεργοκυματίζει

να σφάζ' αρνί την Πασχαλιά, κριάρ' τουν Αλουνάρη.

Σε σπίτι που είχαν κάποιον στην ξενιτιά, έλεγαν:
Ξενιτεμένο μου πουλί κι παραπουνεμένου
η ξενιτιά σι χαίριτι κι 'γω 'χου τουν καημό σου.
- Τι να σι στείλου, ξένε μου, μακριά στα ξένα πούσι;
Να στείλου μήλου σέπετι, κυδώνι μαραγκιάζει,
σταφύλι ξερογιάζιτι, τραντάφυλλου μαδιέτι,
να στείλου κι βασιλικό, φοβούμι μη στιγνώσι
να στείλου κι του δάκρυ μου σ' ένα χρυσό μαντήλι

του δάκρυ μου είνι καυτερό κι καίει του μαντήλι.

Σε σπίτι που είχαν κάποιο μορφωμένο ή παιδί που σπούδαζε γράμματα, τραγουδούσαν:

Γραμματικός εκάθονταν πάνου σι άσπρη πέτρα
κι έγραφι κι κουντύλιαζι, γράφει κι κουντυλιάζει.
Κι πάει πέρδικα να πιεί νιρό κι έχυσι του μιλάνι
και 'βαψι τα φτερούδια της τα χρυσοκεντημένα.
Σ' εννιά πουτάμια τάπλυνι κι βάψαν τα πουτάμια

σ' εννιά τσαΐρια τ' άπλωσι κι βάψαν τα τσιαΐρια.

Σε σπίτι με νιόπαντρο ζευγάρι, τραγουδούσαν:
Κρατάει ου δέντρους τη δρουσιά, κρατάει ου νιος την κόρη
στα γόνατα την έπιρνι, στα μάτια τη φιλούσι

στα μάτια, στα ματόφυλλα, στα φύλλα τα γραμμένα.

Όλα τα παραπάνω τραγούδια κατέληγαν στην εξής επωδό:
Σε τούτ' το σπίτι πούρθαμι, πέτρα να μη ραγίσει
κι ο νοικοκύρης του σπιτιού χίλια χρόνια να ζήσει.
Ν' ασπρίσει σαν τουν Έλυμπου κι σαν του περιστέρι.
Για βάλι του χιράκι σου στην αργυρή σακούλα
κι αν έχεις γρόσια κέρνα τα, φλουριά μην τα λυπάσι
κι αν έχεις κι μονόγροσια, κέρνα τα παλικάρια

για την υγειά σου τα κερνάς, για τον κινούργιο χρόνου.

Στα τελευταία αυτά λόγια του τραγουδιού ο νοικοκύρης φιλοδωρούσε τη μπούλα (νύφη) με χρήματα, ενώ όλοι οι άλλοι έπιναν τσίπουρο (ρακί), που τους προσφέρονταν σ' ένα παγούρι, ευχόμενοι "Χρόνια Πολλά - Καλή Χρο­νιά".

Την ίδια στιγμή χαρούμενη η νοικοκυρά και χαμογελαστή τους πρόσφε­ρε το "κανίσκι" (τενταρίκι), που είχε ετοιμάσει από νωρίτερα. Το "κανίσκι" ήταν ένα ταψί γεμάτο με διάφορα τρόφιμα όπως χοιρινό κρέας, λουκάνικο, τυρί, αλεύρι, λίγδα (χοιρινό λίπος), τραχανά, αυγά, κρασί, ρακί. Το κανίσκι το σήκωναν πολλοί μαζί με τα χέρια τους ψηλά λέγοντας: "Μας ήρθι ένα βαρύ κανίσκ' απ' του νοικουκύρ' ... Όση άμμου έχει του πουτάμ' κι όσα πουρνάρια έχει του Ζ'ντάν τόσα καλά να δώσ' ου Θιος στου νοικοκύρ'. Κι τ' χρόν".

Τέλος σε σπίτια τσιγκούνηδων που δεν τους έδιναν τα καθιερωμένα φιλοδωρήματα και κανίσκια ή δεν τους δέχονταν καθόλου έλεγαν το ακό­λουθο τραγούδι:
Μέσα σε τούτη την αυλή, στο μάρμαρο στρωμένη
εδώ 'χουν χίλια πρόβατα κι πεντακόσια γίδια
έχουν καρδάρια γι' άρμιγμα, έχουν καδιά για μπάτζιον.
Λύκους να φάει τα πρόβατα κι τσάκαλους τα γίδια.
Αφέντη μου στην κάπα σον εννιά χιλιάδες ψείρες
άλλες γεννούν, άλλες κλωσσούν κι άλλες αυγομαζώνουν

κι άλλες το Θιό παρακαλούν να μη τις ζεματίσουν.

Όταν τελείωναν το γύρισμα των σπιτιών πήγαιναν στο κονάκι τους, όπου έτρωγαν μια τηγανιά με χοιρινό κρέας, που τους ετοίμαζε η νοικοκυρά, στο σπίτι της οποίας είχαν το κονάκι και στη συνέχεια πήγαιναν στην εκκλησία, για να παρακολου­θήσουν την πρωτοχρονιάτικη λει­τουργία.

Τα τρόφιμα που συγκέντρωναν προορίζονταν για το κοινό τραπέζι και το γλέντι, που θα λάβαινε χώρα το βράδυ στο κο­νάκι τους.

Μετά την από­λυση της λειτουργί­ας τα ρουγκατσιάρια έστηναν χορό στην πλατεία. Ο χορός διακόπτο­νταν το μεσημέρι και όλοι πήγαιναν στα σπίτια τους για το επίσημο οικογε­νειακό πρωτοχρο­νιάτικο τραπέζι.

Όταν όλη η οι­κογένεια συγκε­ντρώνονταν γύρω από το τραπέζι η νοικοκυρά έφερνε τη ζεστή την πατροπαράδοτη βασι­λόπιτα2 με το ταψί μαζί.

Τη βασιλόπιτα στο Μικρόβαλτο την έκαναν με πέτουρα (φύλλα), σαν τυρόπιτα και όχι σαν τσουρέκι, όπως στις πόλεις και την έψηναν στη γά­στρα. Ανάμεσα στα φύλλα της έβαζαν, εκτός από τον παρά και άλλα ση­μάδια, που είχαν σχέση με τη ζωή και τις ασχολίες της οικογένειας. Τα συμ­βολικά αυτά αντικείμενα ήταν ένα ξερό φύλλο βαλανιδιάς ή πουρναριού για το κοπάδι τα γιδοπρόβατα και ένα στάχυ σταριού για το ζευγάρι (τα αρροτριώντα ζώα).

Ο αρχηγός της οικογένειας έκοβε τότε τη βασιλόπιτα σε τριγωνικά κομ­μάτια (μερίδια), όσα και τα μέλη της οικογένειας και τρία παραπάνω. Ένα για το Χριστό, ένα για τον Αϊ-Βασίλη και ένα για το σπίτι. Κομμάτι έβγαζαν και για τα άτομα της οικογένειας που τυχόν απουσίαζαν, για οποιοδήποτε λόγο (ξενιτιά, αρρώστια σε νοσοκομείο). Ύστερα γύριζε τρεις φορές το τα­ψί, έκανε το σταυρό του, εύχονταν Καλή Χρονιά και Χρόνια Πολλά με υ­γεία και αγάπη και έπαιρνε πρώτος το κομμάτι της βασιλόπιτας, που βρί­σκονταν μπροστά του. Το ίδιο έκαναν και όλα τα άλλα μέλη της οικογενεί­ας. Πριν αρχίσουν να τρώνε όλοι έψαχναν το κομμάτι τους για να δουν αν τους έτυχε κάποιο από τα σημάδια, που υπήρχαν μέσα στη βασιλόπιτα. Η τελετουργική αυτή κοπή και μοιρασιά της βασιλόπιτας σκορπούσε χαρά και ευφροσύνη σ' όλη την οικογένεια.

Τυχερός της καινούργιας χρονιάς θεωρούνταν εκείνος που θα πετύχαινε τον παρά (νόμισμα). Εκείνος που έβρισκε το φύλλο της βαλανιδιάς ή του πουρναριού ήταν ο τυχερός του κοπαδιού και θα γίνονταν μεγάλος κτηνοτρόφος με πολλά γιδοπρόβατα, ενώ αυ­τός που έβρισκε το στάχυ του σιταριού θα γίνονταν πλού­σιος γεωργός.

Στο πρωτοχρο­νιάτικο τραπέζι ε­κτός από τη βασιλό­πιτα απαραίτητη ή­ταν και η σουγλιμάδα (κρέας χοιρινό ψημένο στη σούβλα) με κρασί, καθώς και κάποιο γλυκό, για νάναι γλυκιά η και­νούργια χρονιά.

Τη μέρα αυτή ή­ταν ιδιαίτερα αισθη­τή η ατμόσφαιρα της οικογενειακής αγά­πης και τρυφερότη­τας. Όλοι ήταν χα­ρούμενοι και γελα­στοί. Ύστερα από το φαγητό ξανά­βγαιναν στην πλα­τεία για να παρακολουθήσουν το γλέντι των ρουγκατσιαριών που συνεχίζονταν ως το βράδυ με τραγούδια και χορό, μεζέδες και κρασί.

ragmikrhe5.1.12_1ragmikrhe5.1.12_2

Στο γλέντι αυτό δεν υπήρχαν οργανοπαίχτες. Οι ίδιοι που χόρευαν, τραγουδούσαν. Εκτός από τα παιδιά που μετείχαν στα ρουγκατσιάρια έπαιρναν μέρος και όσοι άλλοι ήθελαν από τους άνδρες του χωριού. Γυ­ναίκες δεν έπαιρναν μέρος. Ήταν αποκλειστικά ανδρικό το γλέντι της Πρωτοχρονιάς. Οι γυναίκες, οι γέροι και τα μικρά παιδιά, το παρακο­λουθούσαν από γύρω, ως θεατές. Ο πρώτος που έσερνε κάθε φορά το χορό κρατούσε στο δεξί του χέρι τη σούβλα με τη "σουγλιμάδα" ενώ όλοι μαζί τραγουδούσαν διάφορα τραγούδια μεταξύ των οποίων και τα παρακάτω:

Εννιά ουργιές βαθιάσκαφτα να βγάλου στερναρίτσια
να βγάλου μια κρυόβρυση, κρύα παταγωμένη
να έρχουνται οι έμορφις κι αυτές οι μαυρουμάτις
να πλένουν τα πουδάρια τους, τουν άσπρου του λιμό τους.
Του χέρι τους του παχουλό γεμάτο μπιλιτζίκια
να τόβαζα προυσκέφαλου τρεις μέρις κι τρεις νύχτις.

Τουν ύπνου δεν εχόρταινα τρεις μέρις και τρεις νύχτις.

Τρέμει ο ουρανός να πέσει
του φιγγάρι να βασιλέψει

στης αγάπης μου στην πόρτα.

ragmikrhe5.1.12_3ragmikrhe5.1_4

Όταν νύχτωνε, διακόπτονταν ο χορός στην πλατεία και τα ρουγκατσιάρια ξαναγύριζαν στο κονάκι τους, όπου στο μεταξύ τα ανύπαντρα κορίτσια του χωριού είχαν ετοιμάσει πίτες και φαγητά για ένα πλούσιο φαγοπότι και ακολουθούσε χορός και γλέντι που με πολύ κέφι κρατούσε ως τις πρωινές ώρες. Με τα χαράματα της επόμενης μέρας διαλύονταν ευχόμενοι "Καλή χρονιά και του χρόνου"...

 

1Πρωτοχρονιά οι αρχαίοι Έλληνες είχαν στις 21 Ιουλίου, ενώ οι Ρωμαίοι την 1η Μαρτί­ου. Το 1564 με διαταγή του Γάλλου βασιλιά Κάρολου του Θ' η Πρωτοχρονιά μετατέ­θηκε από την πρώτη Μαρτίου στην πρώτη Ιανουαρίου.

2Η προέλευση της βασιλόπιτας φαίνεται παλιά και πιθανώς έχει σχέση με τα Σατουρνά­λια (Κρόνια). Συμφωνά όμως με μια χριστιανική παράδοση η προέλευση του εθί­μου της βασιλόπιτας συνδέεται με τον Άγιο-Βασίλειο, που γιορτάζεται τη μέρα αυτή. Η παράδοση αναφέρει πως εναντίον της Καισαρείας, στα χρόνια που ήταν δεσπότης ο Άγιος Βασίλειος, έρχονταν επικεφαλής στρατού ο έπαρχος Καππαδοκί­ας, ένας σκληρός και φιλοχρήματος ειδωλολάτρης με πρόθεση να λεηλατήσει την πόλη. Ο Άγιος Βασίλειος για να προλάβει τότε το κακό κάλεσε τους κατοίκους της πόλης να προσφέρουν χρήματα ή άλλα τιμαλφή να τα δώσουν στον έπαρχο για να σώσουν την πόλη. Μαζεύτηκαν τότε αρκετά νομίσματα και χρυσαφικά. Αλλ' ο έπαρ­χος αντικρίζοντας την σεβάσμια μορφή του Ιεράρχη άλλαξε γνώμη και δεν δέχτηκε το θησαυρό που του πρόσφερε. Ήταν τότε παραμονή Πρωτοχρονιάς. Ο Άγιος Βασίλειος για να επιστρέψει τα χρυσαφικά στους δικαιούχους διέταξε κι έφτιασαν μικρές πίτες, μέσα στις οποίες τοποθέτησαν τα νομίσματα και τα άλλα τιμαλφή και τις μοίρασε την άλλη μέρα μετά τη λειτουργία στο εκκλησίασμα. Κατά τρόπο θαυμα­τουργό ο καθένας πήρε ότι είχε προσφέρει. Οι πίτες ονομάστηκαν βασιλόπιτες. Από τότε επικράτησε το έθιμο, που διαδόθηκε σ' όλο το χριστιανικό κόσμο και διατηρήθηκε μέχρι σήμερα.

Από το βιβλίο του Ηλία Λαμπρέτσα ΜΙΚΡΟΒΑΛΤΟ

ΕΚΔΟΣΗ ΙΝΒΑ Δήμου Κοζάνης 2000 - Σελ. 586

 

 
 
Joomla 1.5 Templates by Joomlashack