www.mikrovalto.gr

Τυχαία φωτογραφία

Αναζήτηση


Η παντρειά τ’ Νάτσιου… (της Σοφίας Τσινίκα-Τέλιου) Εκτύπωση
Δευτέρα, 22 Μάιος 2017 01:39

gammikr225Στα γίδια τράνιψι η Νάτσιους, χουριό δεν ήξιρνι ντιπ. Σαν τράνιψι πάινι καμιά φουρά, έπιρνι τα κατούνια κι πίσου σιακάτ.

- Άρα πατέρα, πότι θα παένου να κάτσου κι γω στου χουριό, παραπουνιούνταν.

- Σαλός είσι, τι χουριό, ποιος θα κάτσι στα σφαχτά.

Μούλουνι του πιδί, του χούιαζι η πατέραστ, δεν κουτούσε ανάσα να βγάλει. Μια μέρα τσακόθκι απ’ τα κλαδιά κι αρχίντσι να χουρέβει κι να τραγδάει:

- Μπιζέρισα  μωρ’ μάνα τα γίδια να βουσκώ κι θα τα παρατήσου να κάτσου στου χουριό.

Τουν άκσι η πατέρας τ’  κι τουν αρχίντσι:

- Αρά χασουμέρ, τι θα φκιάις στου χουριό, θα χάφτς μύγις, ποιος θα φλάξ τα σφαχτά ρα χαμένι;

Μούλουξι η Νάτσιους κι έπισι σι συλουή, δε χαμπάρζι ντιπ. Τουν ρουτάει πάλι η τρανός:

- Τι χαλέβς στου χουριό;

- Πατέρα χαλέβου νύφ’, τράνιψα σι λιέου.

- Καλά ρα πιδίμ, θα αραδίσουμι ημείς οι τρανοί καμία. Κι τς Κυριακές θα παέντς.

Έτσια γίνγκι μα του Νάτσιου δεν τουν τηρούσι καμία. Τα κουρίτσια είχαν συμπουριαστεί απού πιδιά. Αρχίντσι η Νάτσιους να γραβαλνάει τμάνατ:

- Μάνα χαλέβου να μι βρείς κουρίτσι.

Αράτσι καναδυό η μάνατ, δεν τουν χάλιβαν.

- Αρα πιδίμ δε σι χαλέβν οι χουριανές,  θέλει ναραδίσουμι άλλα χουριά. Κι συ άμα βγαίντς στου μισουχώρ να τα πιρπιρίιζ λίγου τα μάτια, να μην αντρέπισι.

Είπαν να βρουν νύφη απ’ άλλου χουριό. Η Νάτσιους μι τουν πατέρατ μια Κυριακή αράτσαν ένα κουρίτς απ’ άλλου χουριό. Έφαγαν καλά, χόρτασαν κι στουν πάτου βγήκι κι του κουρίτσι κι ήφιρι του κρασί. Η Νάτσιους μόλις νείδι φαρμακόθκι.

- Πατέρα, πάμι να φύγουμι, η νύφη του ζαβώνει τόνα του μάτι.

- Νάτσιου φάει κι σκάσι.

Πού η Νάτσιους, τουν σκνούσι τουν πατέρατ:

- Σι λιέου κι τόνα του πουδάρ του σέρνει, είνι κι κτσιά.

- Νάτσιου φάει αρά.

- Δεν παίρνει άλλου η κλιά.

- Φάει κι για ταχιά, μη φας καμιά παταριά.

Πείσμουσι η Νάτσιους κι του φιτζίλουσι, του σκαπέτσι.

- Κάτσι να νπάρς ισύ πατέρα.

Η τρανός έσκασι.

- Να μας συμπαθάτι λέει στη θειά, είνι λίγου πισματιάρς.

Πείσμουσι κι η σμιθιρά.

- Α σιαπέρα ρα παλιουγκουρπιτέοι, δεν του δίνου του κουρίτσιμ σι σας τσ’ ψιριάιδις, άει στα τσακίδια

Χαλασι η δλειά..

Ύστιρα από λίγουν αγκιρό…

Πάει του χαμπέρ η τζιουμπάνους, του κουρίτσι άρζι στου Νάτσιου, ήφιρι κι κλούρα κι άιντι καλά στέφανα, σι δυό βδουμάδις θα γέν η χαρά (γάμος). Απ’ μΠαρασκιουβή αρχίντσι νάρχιτι η προίκα, μπλάρια στουλτζμένα μι βιλέντζις, φουρτουμένα μι κιλίμνια, μι συντούκια τρανά γιουμάτα μι προικιά, όλου του χουριό μουλουγούσι τι πουλλή προίκα ήφιραν, τυχηρός η Νάτσιους ήλιγαν. Καμάρουνι η μάνατ. Κι η Νάτσιους απ’ τχαράτ ούλου συγκαθούσι. Απ’ του Σαββάτου αρχίντσι η χαρά μι νταούλια κι βγιουλιά. Κυριακή προυί απόλκι η νικλησιά κι νάτς αρχίντσαν νάρχουντι οι σμιθιροί κι οι κουμπάροι μι του φλάμπουρου. Η νύφη καβάλα στάλουγου μι σκιόπη μπρουστά να μη φαίνιτι του πρόσουπου κι ματιαστεί, νίφιραν τρείς γύρις απ’ νικλησιά, προυσκύντσι κι νέβαλαν μέσα. Δεν έδουναν τότι λούδια κι χαμπάρια. Η παπάς τσάκουνι π’ του χέρι κι πιάσκαν για πρωτ’ φουρά νύφη κι γαμπρός, δεν νίχι ξαναϊδεί ντιπ η Νάτσιους. Οι μσοί σμιθιροί μπήκαν μες νικλησιά, οι άλλοι κι τα μπρατίμια χόριβαν όξου στου μισουχώρι.

Αρχίντσι η παπάς του μυστήριου κι σήκουσι τσκιόπη να δώσει κρασί τνύφη. Πιτάθκι η Νάτσιους σαν να τουν τσιούμπσι ντάβανους.

- Παπά σταμάτα, δεν είνι αυτήν η νύφη, ιγώ άλλη διάλιξα. Δεν τθέλου, δεν παντρέβουμι σι λέου.

Αμάν, ζαμάν, καντίπουτα η Νάτσιους αρχίντσι να πουδαρίζ.

- Νάτσιουμ αντραλίζουμι, πιθαίνου. Πάρτην κατ’ τ’ μάνατ.

Πείσμουσι η παπάς.

- Θα νπάρς  ή θα σκώσου του μανάλ Νάτσιου;

- Όχι φέγου.

Τουν πήραν τα συμπιθέρια μι του καλό,

- Πάρτην πιδίμ, να, δα πιθάνει η μάνα σ’.

Πιτάζιτι η πιθιρά:

- Του κουρίτσιμ είνι καλό, νοικουκυρά, τίμια.

Παίρνει του λόγου η πατέραςτ:

- Αφού μας γελασέτι, θα μπάρουμι αν μας δώστι άλλις δέκα προυβατίνις γαλάρις κι τα αρνιά θυλκά.

- Όχι, απαντάει η σμιθιρά, έχου άλλις πέντι να παντρέψου, τι θα φκιάσου;

- Να μην τσέκαμις μα, φώναξι η Νάτσιους.

- Άιντι ρα θα σι δώκουμι κι του μπλάρι, τουν φώναξι ένας αξάδιρφους.

Αντιφουνάζι η τρανός:

- Μια γναίκα σι πέφτι πιδίμ, αμαρτία είνι, κάτ’ απ’ τα στέφανα.

Τουν αρπάζει η παπάς κι χιρνάει η ψαλμουδία , σπρώχνουντα τουν πάντριψαν. Βγήκαν όξου να χουρέψν, ντιπ δεν λύγζαν τα πουδάρια τΝάτσιου.

Λέει η πιθιρά:

- Δε φτάνει που είνι ζαραλούδκους, χάλιβι κι τμκρή.

Τ’ Διφτέρα η πιθιρά έβγαλι ζκανίστρα κι του πκάμσου, κι χόριψαν όλις οι γναίκις μπαρθινιά τςνύφς.

Κι έζησαν όλοι καλά…

Σοφία Τσινίκα-Τέλιου

(Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Εν Μικροβάλτω…»)

gammikr225

(ενδεικτική φωτο αρχείου)

 
 
Joomla 1.5 Templates by Joomlashack