www.mikrovalto.gr

Τυχαία φωτογραφία

Αναζήτηση


Οι Λαζαρίνες, η Κυριακή των Βαΐων και οι Νουφανοί (φανοί) της Λαμπρής - Έθιμα του Μεταξά και της ευρύτερης περιοχής των Καμβουνίων (του Παν. Μπασιά) Εκτύπωση
Σάββατο, 08 Απρίλιος 2017 15:00

lazmet74 1«Η λαογραφία εξετάζει τας κατά παράδοσιν δια λόγων, πράξεων ή ενεργειών εκδηλώσεις του ψυχικού και κοινωνικού βίου του λαού»

Ν. Γ. ΠΟΛΙΤΗΣ

Με την πεποίθηση ότι προσφέρω τη μικρή μου συμβολή στο θέμα της Λαογραφίας εκφράζοντας την ευχή να διατηρήσουν οι νέοι του χωριού μας,

...μαζί με τις άλλες παραδοσιακές εκδηλώσεις και συνήθειές τους και το έθιμο του «Λάζαρ’ με τις Λαζαρίνες», γράφω το παρακάτω σχόλιό μου, που αποτελεί μία ψηφίδα στο ψηφιδωτό της Τοπικής μας παράδοσης και πολιτιστικής μας κληρονομιάς.

Το έθιμο του «Λάζαρ’ με τις Λαζαρίνες» είναι πανάρχαιο. Γιορτή της Άνοιξης, έχει σχέση με την αναγέννηση της φύσης και την ανανέωση της ζωής.

Στο χωριό μας διαρκούσε τρεις ημέρες. Ξεκινούσε από την Παρασκευή, παραμονή του Λαζάρου, συνεχίζονταν το Σάββατο ανήμερα του Λαζάρου και τελείωνε των Βαΐων.

Στην εορτή του Λαζάρου, λοιπόν, οφείλεται και το όνομα του εθίμου.

                Στο Μεταξά, τα κορίτσια κάθε γειτονιάς καθώς και φιλενάδες από διαφορετικές γειτονιές του χωριού, συγκεντρώνονται σ’ ένα συγγενικό ή φιλικό του σπίτι, το «Κονάκι», όπου μετά το γύρισμα σ’ όλα τα σπίτια του χωριού, θα μείνουν και θα διασκεδάσουν οι Λαζαρίνες της κάθε παρέας.

lazmet74 1

                Από τα ελάχιστα που θυμάμαι, αλλά κι όσα άκουσα από μεγαλύτερες γυναίκες, οι ελεύθερες κοπέλες πρωί – πρωί, βαθειά χαράματα, συγκεντρώνονταν στο σπίτι της γειτονιάς που είχαν ορίσει νωρίτερα και ξεκινούσαν για επίσκεψη στα σπίτια, τραγουδώντας το παρακάτω τραγούδι της ημέρας :

Πρωί – πρωί σηκώνομαι η μαύρη από τον ύπνο,

παίρνω νερό και νίβομαι, κρασί δροσολογούμαι,

παίρνω και το μαντίλι μου στην Εκκλησιά να πάω.

Κι ακούω τα πεύκα πώς βροντούν και τις οξυές πώς βάζουν,

Κι ακούω την πετροπέρδικα την πικροκαταρούσα,

Πώς καταριέται τον αϊτό, πολλές κατάρες λέει.

                Κάποια κοπέλα της παρέας ή ένα μικρότερο κορίτσι θα συγκέντρωνε τα άβαφα αυγά, αλεύρι, φασόλια, καλαμπόκι και τα φιλοδωρήματα που πρόσφεραν οι νοικοκυρές στις Λαζαρίνες όταν θα τις υποδέχονταν στα σπίτια τους. Όλα τα παραπάνω θα χρησιμοποιηθούν για την παρασκευή των φαγητών στο γλέντι που θ’ ακολουθήσει στο ορισμένο σπίτι με την υπεύθυνη, στο σπίτι αυτό, νοικοκυρά.

                Το Σάββατο του Λαζάρου θα γίνει ο καθιερωμένος εκκλησιασμός. Με το τέλος της Θείας Λειτουργίας ο παπάς θα βγει στο «Χαγιάτι» στην κεντρική είσοδο της εκκλησίας κι εκεί οι Λαζαρίνες θα τραγουδήσουν το παρακάτω τραγούδι.

Κάτω στ’ Αργυροστόλισμα (Ιεροσόλυμα),

στον αργυρό τον τόπο,

εκεί παιδεύουν το Χριστό,

πολύ τον τυραννούσαν.

Κι εσύ κυρά μου λούζεσαι

και τον υγιό σ’ παιδεύουν.

Κι αν τον παιδεύουν τον υγιό

και τι μπορώ να κάνω.

Να πάρω φαρμάκι για να πιω,

θα πιουν οι μάνες όλες.

Να πάρω μαχαίρι να σφαχτώ,

θα σφαχτούν οι μάνες όλες.

Φέρτε ψωμί, φέρτε κρασί,

να κάνω το σταυρό μου,

Ν’ αφήσω μια παρηγοριά,

να τ’ν έχν’ οι μάνες όλες.

                Θα ακολουθήσει χορός στην πλατεία, σχεδόν όλη την ημέρα και το γλέντι στο κονάκι.

Στις επισκέψεις όπου οι Λαζαρίνες τραγουδούν και χορεύουν, την πρώτη θέση στη σειρά την έχει το σπίτι του παπά, και ακολουθούν του προέδρου, του δασκάλου και εν συνεχεία όλα τα άλλα σπίτια του χωριού.

                Τα τραγούδια που τραγουδούν κατά τις επισκέψεις τους στα σπίτια είναι ανάλογα με το λειτούργημα ή το επάγγελμα του νοικοκύρη, τους πόθους, τους καημούς και τα όνειρά του.

Αυτά τα τραγούδια τα μάθαιναν στις μεγάλες χειμωνιάτικες νύχτες οι γυναίκες, και τα κορίτσια του χωριού, για να περάσουν ευχάριστα την ώρα τους, όταν νυχτέρευαν. Μαζί τους είχαν το κέντημα, το πλέξιμο και τη ρόκα για γνέσιμο. Το καλαμπόκι, ο καλύτερος μεζές της νύχτας, έβραζε στο τσουκάλι.

Στα νυχτέρια τα κορίτσια δε μάθαιναν μόνο τα τραγούδια των διαφόρων εορτών, αλλά μάθαιναν και τους χορούς. Έτσι, σε κάθε γιορτή ήταν έτοιμες για το τραγούδι και το χορό που κρατούσε ολημερίς και χαίρονταν τόσο οι συμμετέχοντες όσο και οι παρακολουθούντες.

Ήρθ’ ου Λάζαρους, ήρθαν τα Βάϊα

Πού ήσαν Λάζαρη, πού ήσαν κρυμμένους;

…………….

Σήκου Λάζαρη κι μην κοιμάσι.

Ήρθ’ η μάννα σ’ που την πόλη.

……………

                Οι στίχοι του παρακάτω τραγουδιού θυμίζουν τους μαύρους χρόνους της σκλαβιάς, κατά τους οποίους οι Τούρκοι δεν άφηναν τους δυστυχείς ραγιάδες να εκτελέσουν ελεύθερα τα θρησκευτικά τους καθήκοντα.

Ν’ εβγάτι παλληκάρια μου σι μαρμαρένια αλώνια

να μάσουμι γραμματικούς να μάσουμι παπάδις,

ν’ ανοίξουμι τις νικκλησιές, να δούμι του βαγγέλιου

κι την κυρά την Παναϊά πώς στρώνει, πώς κοιμάτι.

Κοιμάτι στα τριαντάφυλλα, γυρνιέτι στα λουλούδια.

Καλή μέρα Σου Παναϊά, καλώς τις Λαζαρίνες.

                Οι Λαζαρίνες στολισμένες όλες, ομορφοντυμένες, με το τέλος της Θείας Λειτουργίας, αλλά και σε κάθε θρησκευτική γιορτή, τραγουδούν την παρακάτω παραλλαγή του θρήνου, παρουσία του παπά στην κεντρική είσοδο της εκκλησίας (στο Χαγιάτι).

Καλημέρα Σου Παναγιά, καλώς τις Λαζαρίνες.

Κάτου στ’ Αργυρουστόλισμα, στον αργυρό τουν τόπου,

ν’ εκεί πιδεύουν του Χριστό, ν’ εκεί τουν τυραννούνι.

Πέντι καρφιά του βάρισαν, τα πέντι αράδα – αράδα.

Τα δυό βαρούν στα πόδια του κι τ’ άλλα δυό στα χέρια,

του πέμπτου του φαρμακιρό του κρουν μεσ’ την καρδιά του

να στάξει αίμα κι νιρό, να λιγουθεί η ψυχή του.

                Σαν φτάσουν στο σπίτι του παπά, η παπαδιά τις υποδέχεται στην αυλή, όπου τραγουδούν και χορεύουν το τραγούδι :

Απάνου σι τριανταφυλλιά κι κάτου σ’ άγιου κλήμα

ν’ εκεί κοιμάτι Δέσπουτας μι του χαρτί στου χέρι,

μι του χαρτί, μι του σταυρό, μι τ’ άγιου του βαγγέλιου.

Κάνας δεν πάει να τουν ξυπνήσ’, κάνας απ’ τους δικούς του,

μούγγι η κυρά η Παναγιά πάϊσι κι τουν ξυπνάει :

-Σήκου παπά μου Δέσπουτα κι μη βαριακοιμάσι,

σήκου να πας στην ικκλησιά, να πεις του ιβαγγέλιου,

τα σήμαντρα εβάρισαν κι οι δεκαουχτώ καμπάνις…

Κι βάλι του χεράκι σου στουν αργυρό σου τζιόπη

κι αν έχεις γρόσια κέρνα μας, φλουριά χαρτζιάνιψέ τα…

Η παπαδιά κερνάει τις Λαζαρίνες, τις προσφέρει το καθιερωμένο άβαφο αυγό και ο παπάς δίνει το φιλοδώρημα του μαζί με την ευλογία του. Εκείνες του φιλούν το χέρι και φεύγουν χαρούμενες για τα άλλα σπίτια του χωριού.

Όταν φθάσουν στο σπίτι του Προέδρου τραγουδούν :

Αφέντη μ’ πρωτοτίμητε και πρωτοτιμημένε

πρώτα ου Θιος σι τίμησι κ’ ύστερα ου κόσμους όλους.

Σι τίμησι κι ου βασιλιάς, βιζύρι να σι βάλει.

Πουλλά τιμάρια σ’ έδουσι πουλλά κι τιμημένα

Να ζήσεις χρόνους ικατό κι να τους απιράσεις,

ν΄ασπρίσεις σαν του Έλυμπου, σαν τ’ άσπρου πιριστέρι.

Μετά κατευθύνονται στο σπίτι του δασκάλου. Εκεί, αφού τις υποδεχθεί ο δάσκαλος, τραγουδούν :

Γραμματικός εκάθονταν απάνου σ’ άσπρη πέτρα

Κ’ εγράφι κι κουντήλιαζι τριγύρω στη μιλάνη.

Κι’ απ’ το πολύ το γράψιμο, εσείστηκαν τα χέρια,

εσείστηκαν τα χέρια τ’ κι χύθ’ κιν η μιλάνη.

Κ’ έβαψαν τα ρουχίτσια του τα χρυσουκιντημένα.

Σ’ εννιά πουτάμια τά πλυνι κι πάλι δεν ξιβάφουν.

Γι’ ανοίξητι, να λάμψητι να ρθούν οι Λαζαρίνες

Μι τη Λαμπρή την Πασκαλιά, μι του «Χριστός ανέστη».

                Εάν ο δάσκαλος είναι νέος και άγαμος, μετά τον τέταρτο στίχο του παραπάνω τραγουδιού, συνεχίζουν ως εξής :

Δάσκαλε μ’ πούν τα γράμματα σ’ κι πούν ου λογισμός σου;

-Τα γράμματα είν’ τα στου χαρτί κι ου νους μου στην καλή μου.

                Με χαρά αναφέρω, πως είχα κι εγώ την ευχαρίστηση ως συνταξιούχος δάσκαλος, πλέον εδώ και 10 χρόνια, ν’ ακούσω το παραπάνω τραγούδι, υποδεχόμενος τις Λαζαρίνες. (εκπομπή του TOPCHANNEL στο Μεταξά με θέμα «ΟΙ ΛΑΖΑΡΙΝΕΣ»).

                Κατά τον ίδιο τρόπο επισκέπτονται όλα τα σπίτια, τραγουδώντας το ανάλογο για την κάθε οικογένεια τραγούδι, που ταιριάζει στην περίσταση.

Όπου έχουν νεογέννητα παιδιά τραγουδούν :

Ένα μικρό, μικρούτσικο, Σαββατογεννημένου,

τρία βαϊόπλα του κουνούν, τρία του νανουρίζουν,

-Κούνα του Βάϊα μ’ κούνα του, ώσπου να’ ρθει η μάνα’ τ.

Αν το σπίτι έχει παιδιά που είναι μαθητές του σχολείου, τραγουδούν :

Η μάνα πωχει έναν υγιό μικρό κι χαϊδιμένου,

τουν έλουζι, τουν χτένιζε, στου δάσκαλου τουν στέλλει,

κι ου δάσκαλους τουν καρτερεί μι τη χρυσή τη βέργα.

-Πιδί μου πούν τα γράμματα σ’ κι πούν’ τα πινακίδια σ’ ;

-Τα γράμματα’ ντα στου χαρτί κ’ η λουγαριά στην κόλλα

κι ου νους μου πέρα βρίσκιτι, πέρα στις μαυρουμάτις.

Όπου έχουν νέο για αρραβώνα τραγουδούν :

Σαν κίνισιν ου νιούτσικους να πα ν’ αρραβουνιάσει,

ούδι τα ρούχα τ’ έντυσι, ούδι τη φουρισιά του

κι’ ούδι τ’ ασημουμάχιρου, π’ αξίζει δυο χιλιάδις,

μόγγ’ έφυγι κι πήγινι την κόρη να προυλάβει

κ’ η μάναν του τουν έλιγι κ’ η μάννα του τουν λέει :

-Πιδί μ’ δε ντας τα ρούχα σου, δε ντας τη φουρισιά σου;

-Ιμένα μι πρέπ’ ν τα νιάτα μου, μι πρέπ’ η λιβιντιά μου.

Με πρέπει κι η αρραβώνα μου κι’ αυτή πάω να κάνω.

Όπου έχουν κόρη για παντρειά, λένε το τραγούδι :

Ν’ ιδώ στα σπίτια τα ψηλά, τ’ ανώϊα τα μιγάλα,

ιδώ’ χουν κόρ’ ανύπαντρη, κόρη’ ραβουνιασμένη.

Την τάζουν δω, την τάζουν κει, του Ρήγα γιο τη δίνουν.

-Δε θέλω’ γω του Ρήγα γιο, δεν θέλω ρηγοπαίδι,

μόν’ θέλω τ’ αρχοντόϊπουλο, που περπατεί καβάλλα,

ν’ έχει του μάτι σαν ιλιά, του φρύδι σαν γαϊτάνι

κι αυτό του μαυρουμούστακου σαν κλέφτικου δουξάρι.

Σε σπίτι που έχουν παιδί ή άλλο αγαπημένο τους πρόσωπο στην ξενιτειά, λένε :

Ξενιτεμένου μου πουλί κι παραπουνιμένου,

η ξενιτειά σι χαίριτι κι’ γω ‘ χου τουν καϋμό σου.

Τι να σι στείλου ξένη μου αυτού στα ξένα πούσι;

Σι στέλμου μήλου σήπιτι, κυδώνι μαραγγιάζει,

σι στέλνου κι του δάκρυ μου σ’ ένα χρυσό μαντήλι,

του δάκρυ είνι καυτερό κι καίει του μαντήλι.

Σε σπίτι, του οποίου η νοικοκυρά θεωρείται απ’ όλους ως αρχόντισσα περιωπής, άξια ιδιαίτερης τιμής και σεβασμού, τραγουδούν το παρακάτω τραγούδι :

Κυρά ψηλή, κυρ’ αργυρή, κυρά μαλαματένια.

Κυρά μ’ όντας στολίζισι στη νικκλησιά να πάνεις

βάζεις τουν ήλιου πρόσουπου κι του φιγγάρ’ αστήθι,

βάζεις κι τουν αυγιρινό καθάριου δαχτυλίδι.

Για βάλι του χιράκι σου στην αργυρή σου τζιόπη

κι αν λάχουν πέντε δός μας τα κι αν λάχουν δικαπέντι

κι αν λάχει κίτρινου φλουρί κέρνα τις Λαζαρίνες.

Κέρνα τις κόρη μ’ κέρνα τις να σι πουλιχρουνίσουν

να ζήσεις χρόνους ικατό, ν’ ασπρίσεις να γιράσεις.

Στα σπίτια των μεγαλοτσελιγγάδων (που στο χωριό μας δεν ήταν και λίγοι), που ανέκαθεν τους θεωρούσαν ως πρώτους και καλύτερους νοικοκυραίους του χωριού, τραγουδούν :

Ιδώ σι τούτη την αυλή, τη μαρμαρουστρουμένη,

Ιδώ’ χουν χίλια πρόβατα κι τρεις χιλιάδις γίδια,

Ιδώ’ χουν κι τουν πιστικό τουν καγγιλοφρυδάτου.

-Βρε πιστικέ, βρε πιστικέ, βρε καγγιλοφρυδάτι,

Του τίνους είν’ τα πρόβατα, του τίνους είν’ τα γίδια;

-Τ’ αφέντη μ’ είν’ τα πρόβατα, τ’ αφέντη μ’ είν’ τα γίδια,

Τ’ αφέντη μου κι του μαντρί μι του φλουρί πλιγμένου.

Σαν του μίλισσ’ όντας πιρνούν, σαν του μιλίσσι βάζουν,

Κι σαν του ζιρβουμέλισσου βάζουνι τα κουδούνια.

-Να ζεις και νάσι αφέντη μου, πάντα τραγούδια να’ χεις

Πάντα τραγούδια και χαρές κι ου Θιός μέρις κι χρόνια,

Κι αν είνι χίλια κ’ ικατό να γίνουν τρεις χιλιάδις

Κι αν είνι τρεις κι τέσσιρις να γίνουν δεκαπέντι,

Κι όσις βρουχές – σταλαγματιές, τόσα καρδάρια γάλα.

                Τέλος, ένα άλλο τραγούδι που τραγουδούσαν στα σπίτια που επισκέπτονταν ήταν και το παρακάτω :

Λαζαρίνα, κουκουτίνα,

βάλ’ τ ‘ αυγό στην καλαθίνα

και γκουγκόσιες στο μαντίλι.

Ήρθε ο Λάζαρης, ήρθαν τα Βάϊα,

ήρθε και η  Κυριακή που τρων ‘ τα ψάρια.

Ξύπνα Λάζαρε, και μην κοιμάσια,

ήρθε η μάνα σου απ’ το παζάρι,

σ’ έφερι χαρτί κι καλαμάρι.

                Στο τέλος της ημέρας, όλες οι Λαζαρίνες συγκεντρώνονταν στα κονάκια τους. Εκεί στρώνουν το τραπέζι, τα φαγητά είναι νηστήσιμα, που τα έχει ετοιμάσει από πολύ νωρίς η σπιτονοικοκυρά του κονακιού. Πίττες, φασόλια, πιλάφι, βρασμένο καλαμπόκι και διάφορα άλλα νηστήσιμα μαζί με κρασί, συμπληρώνουντ ο δείπνο.

                Μετά το φαγητό αρχίζουν τα τραγούδια και τον χορό, που κρατούν μέχρι αργά το βράδυ.

Τραγούδι του τραπεζιού :

-------------

-Σε τούτη τάβλα που’ μαστε

γραμμένα μάτια μ’ κι παρδαλά,

σε τούτο το τραπέζι,

τρεις μαυρομάτες μας κερνούν.

---------------

-Τρία κοράσια μάλωναν για ένα παληκάρι

και με τις ρόκες δέρνονται, κι απ’ τα μαλλιά τραβιούνταν.

-----------------

-Σημένια βέργα πελεκώ

να δείρω την αγάπη μου,

που δε με δίνει φίλημα.

------------------

-Πάμε να καρτερέσουμε τις Αγραφιωτοπούλες,

πώς ροβολούν απ’ τ’ Άγραφα όλες με την αράδα.

------------------

-Στα πράσινα λιβάδια και τα κίτρινα

μας κλέψαν τη Θανάσω, μας την πήρανε.

Την πήρε ένας λεβέντης που την αγαπάει.

-----------------

-Πανάθεμα Ρήνα μ’ τη μάνα σου, που σου’ στειλε στη βρύση

κι σ’ είδαν τα ματάκια μου και ζάπι δεν τα κάνω

Σύρε να πεις τη μάνα σου, γαμπρό για να με κάνει.

----------------

Και πάρα πολλά άλλα τραγούδια που ομόρφαιναν την απλοϊκή ζωή των ορεινών κυρίως κατοίκων.

                Κι ερχόμαστε, τώρα, στην Κυριακή των Βαΐων.

Την Κυριακή των Βαΐων, Τρανή Γιορτή, ο παπάς μοιράζει τα Βάϊα. Κάθε πιστός παίρνει ένα κλωνάρι και με πολύ ευλάβεια, όταν φθάνει στο σπίτι, το βάζει στο εικονοστάσι δίπλα από το εικόνισμα. (Πολλοί έχουμε τη συνήθεια να κολλάμε και ένα φύλλο στην πόρτα εισόδου του σπιτιού μας).

                Μετά την εκκλησία, οι Λαζαρίνες έστηναν και πάλι το χορό. Χόρευαν και τραγουδούσαν αδιάκοπα, μέχρι το απόγευμα, που ο παπάς θα χτυπούσε την καμπάνα για εσπερινό.

Για όργανα χρησιμοποιούσαν οι χορευτές το ρυθμικό χτύπημα του ταψιού με το κουτάλι, (ειδικές στο χτύπημα η κ. Μαρία Παπαθεοδώρου και η μακαρίτισσα +Πολυξένη Σιαφαρίκα) και το τραγούδι με το στόμα. Οι χοροί ήταν διπλοί : χωριστά τα κορίτσια και χωριστά τα αγόρια. Πλήρης σεβασμός.

Την πρωτιά του τραγουδιού αυτή την ημέρα την έχουν η Αγγελίνα και η Μπιΐνα και ακολουθούν κι άλλα τραγούδια.

-      Όλες οι νύφες χόρευαν, χορεύουν στα σαϊάκια,

-      Και η Αγγελίνα η ορφανή,

-      Χορεύει στο γιλέκι.

-      ------------------

-      -Άκου το πουλί Μπιΐνα μ’,

-      πώς μορφολαλεί.

-      Πώς μορφολαλεί Μπιΐνα μ’,

-      πώς μορφολαλεί, για την Άνοιξη.

-      -------------------

-      Λάλησε ο κούκος, λάλησε,

-      Ωρέ λαλάει το πώς λαλούσε.

-      ---------------

-      -Βάϊα μου τι μας έφερες,

-      τούτην την εβδομάδα;

-      Σας έφερα το Λάζαρη

-      να παίξουν τα κορίτσια.

-      Σας έφερα την Πασχαλιά

-      και το Χριστός Ανέστη.

-      -------------

-      -Παραθυράκια μ’ αργυρά

-      κι αργυροκαρφωμένα.

-      Για ‘ νοίξετε για λάμψετε

-      να μπουν οι Λαζαρίνες.

-      --------------

-      -Τι ζήλεψες Βάϊα μ’ κι αγάπησες,

-      σ’ αυτόν του μαραζιάρη;

-      Τον ζήλεψα Βάϊ’ μ’ τα πρόβατα

-      και τα πολλά μελίσσια.

-      ---------------

-      -Ένας όμορφος παλήκαρος

-      κι όμορφο παληκάρι.

-      Σ’ άσπρη πέτρα κάθονταν,

-      λαλώντας τη φλογέρα.

-      --------------

-      -Καλώς μας ήρθε η Άνοιξη κι αυτό το καλοκαίρι

-      ήρθαν τα πασχαλόγιορτα κ’ επίσημες ημέρες.

-      ------------------

-      -Ιψές είδα στον ύπνο μου, στουν ύπνου που κοιμόμουν

-      τουν Άγγιλό μου φίλιβα, κι του Χριστό κιρνούσα.

-      Κι την κυρά την Παναγιά πολύ παρακαλούσα,

-      να μου χαρίσει τα κλειδιά, κλειδιά του Παραδείσου.

-      -------------------

                Εκεί, στην πλατεία του χωριού με τους χορούς και τα τραγούδια, γίνονταν και τα νυφοδιαλέγματα. Όλοι οι χωριανοί εύχονται στις Λαζαρίνες και του χρόνου με γαμπρό.

                Και θα’ ρθεί η Πασχαλιά και χαρμόσυνα θα αναγγείλουν τον ερχομό της οι καμπάνες. Όλοι θα εκκλησιαστούμε, θα τσουγκρίσουμε τα κόκκινα αυγά, συγγενείς, φίλοι και συγχωριανοί και θα καθίσουμε όλοι μαζί στο Πασχαλινό τραπέζι.

Θα τραγουδήσουμε και το τραγούδι της Δέσπως και του Γιωργάκη.

-Σήμερα Δέσπω μ’ Πασχαλιά,

σήμερα άσπρη μέρα.

Βγήκαν οι νύφες στο χορό,

βγήκαν και στο σεργιάνι.

Κι εσύ Δέσπω μ’ δε φαίνεσαι,

μεσ’ τον απάνω κόσμο.

Δέσπω’ μ κλάιει το παιδί,

σ’ κλαίει και δε μερώνει.

------------------

-Σήμερα Γιώργη μ’ Πασχαλιά

Γιωργάκη μ’ Γιωργάκη μ’.

Σήμερα πανηγύρι,

κι εσύ Γιώργη μ’ δε φαίνεσαι

να’ ρθεις στο πανηγύρι.

------------------

                Το έθιμο των Νουφανών (Φανών) δε γνωρίζω αν αυτό το έθιμο το είχαν και τα γειτονικά μας χωριά. Αξίζει, όμως, να το αναφέρουμε, γιατί μ’ αυτό το έθιμο έζησαν και χάρηκαν πολλές γενιές νέων.

                Τη Μεγάλη Πέμπτη, λοιπόν, όλοι μας εκκλησιαζόμασταν στον Αϊ Δημήτρη, μεταλαβαίναμε και μετά παρέες – παρέες ξεκινούσαμε για την «Ψηλόραχη» και την «Κουκούλα», για το φκιάσιμο του Φανού με πουρνάρια και κέδρα.

Η κάθε παρέα προσπαθούσε να κάνει μεγαλύτερο Φανό. Ο φανός είχε τη μορφή της «Θημωνιάς» (μεγάλος σωρός). Στο κάτω μέρος και γύρω – γύρω από το φανό βάζαμε προσανάμματα (άχυρα και στεγνά χόρτα) για να ανάψει με ευκολία ο φανός.

Μια χρονιά, ήμουν τότε παιδί του Γυμνασίου, θυμάμαι πως οι φανοί ήταν <7> στην Ψηλόραχη και <2> στην Κουκούλα. Πήγα, λοιπόν, κι εγώ με την παρέα μου, που ήταν συνομήλικοί μου στη Ψηλόραχη για το φτιάξιμο του Φανού.

Ο κλήρος για το άναμμα έπεσε σε μένα να πάω να τον ανάψω τη Λαμπρή. Το τι φόβο πάτησα περνώντας το Μεγα Λάκκο δεν περιγράφεται. Όμως, τα κατάφερα.

                Όταν ο +Παπα- Δημήτρης έβγαινε στο Χαγιάτι νύχτα της Λαμπρής κι έψελνε το «Δεύτε λάβετε φως» με την χαρακτηριστική στεντόρια φωνή του, που την ακούγαμε στην Ψηλόραχη κι άναβαν τις λαμπάδες οι συγχωριανοί μας, τότε ανάβαμε κι εμείς του Φανούς, που έκαιγαν μέχρι το πρωί.

Το θέαμα ήταν φαντασμαγορικό (δεν ξέραμε τότε από βεγγαλικά).

                Στη συνέχεια, όλα τα παιδιά, παρέες – παρέες, γυρίζαμε στα σπίτια του χωριού με ένα καλάθι στο χέρι, φωνάζοντας «Πέντε αυγά και μια κλούρα» και παίρναμε για τον κόπο μας από τις νοικοκυρές κόκκινα αυγά και κλούρες. Χαρά μεγάλη, ποια παρέα θα μάζευε τα περισσότερα αυγά.

                Και τις τρεις ημέρες του Πάσχα οι νέοι, αλλά και οι μεγαλύτεροι χόρευαν στην Πλατεία, μέχρι που ο παπάς θα χτυπούσε την καμπάνα για τη Δεύτερη Ανάσταση.

Εκτός από τον χορό, οι νέοι έπαιζαν και διάφορα παιχνίδια, όπως :

Το Ζούμ…….., πηδούσαν τσ’ τρεις, έπαιζαν τα σκαμνάκια και την καμήλα, κ.α.

Εκείνο, όμως, που είχε μεγαλύτερο ενδιαφέρον ήταν το τσούγκρισμα των αυγών.

Εκείνος, που κατάφερνε να μαζέψει τα περισσότερα αυγά με το τσούγκρισμα, θυμάμαι, ήταν ο μακαρίτης +Θεοδόσης Γουλιός (ο Ψαρρής). Με κόλπο τσούγκριζε τ’ αυγά, είχε το πιο γερό, και πώς το ήξερε; Δεν γνωρίζω.

                Έτσι, τελείωναν οι γιορτερές ημέρες της Πασχαλιάς, όπου χαίρονταν και ξεφάντωναν μικροί και μεγάλοι.

Ήταν Πασχαλιά, ήταν Λαμπρή και γιόρταζε ο κόσμος όλος.

                Ο Ιησούς Χριστός δια της εις Άδου καθόδου και της Αναστάσεως αυτού, ας μας χαρίζει όλους το ζωήρρυτον φως και ας ευχηθούμε, όπως ο σύγχρονος άνθρωπος καταστεί κοινωνός του φωτός του Αναστάντος Χριστού.

«ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ»

«ΑΛΗΘΩΣ ΑΝΕΣΤΗ Ο ΚΥΡΙΟΣ»

mpas8417 2

ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ

Μεταξάς, 08-04-2017

Μπασιάς Παναγιώτης

(Συνταξιούχος Δάσκαλος)

 
 
Joomla 1.5 Templates by Joomlashack