www.mikrovalto.gr

Τυχαία φωτογραφία

Αναζήτηση


Τοπική ιστορία: οι θεωρίες των άλλων, η ενεστώσα πραγματικότητα και η πρα­κτική εφαρμογή της (του ιστορικού Θανάση Καλλιανιώτη) Εκτύπωση
Τετάρτη, 18 Ιούνιος 2014 22:26

Τοπική ιστορία: οι θεωρίες των άλλων,

η ενεστώσα πραγματικότητα και η πρα­κτική εφαρμογή της

kallian6 18Συνομιλώντας με την τοπική ιστορία πόσες αληθινές αλήθειες, γιατί κυριαρχούν οι φανταστικές, μπορεί αυτή να προσφέρει στο λαό και τη γενική ιστορία! Για παράδειγμα στην πρώτη εικόνα της οπτικής παρουσίασης οι ηλικιωμένοι, μαχητές της Αλβανίας ή μέλη του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ Αιανής, αν μελετηθούν, περιγράφουν την κοινωνική σύνθεση των ανταρτών, κάτι που ως σήμερα διαφεύγει.

Αρχίζοντας λοιπόν από δεξιά, όλοι αγρότες, κανείς προλετάριος: α) μέλος της ΕΤΑ β) τραυματίας στην Αλβανία, επιστρατευθείς στον κυρίως Εμφύλιο Πόλεμο γ) επιστρατευμένος αντάρτης εφεδρικού ΕΛΑΣ που πολέμησε εναντίον του ΕΔΕΣ δ) εθελοντής Ελασίτης, αιχμάλωτος έπειτα σε στρατόπεδα Γερμανίας ε) στρατιωτικός υπεύθυνος ΕΛΑΣ, αδελφός του υπευθύνου του ΕΑΜ και πρώην κοινοτάρχη επί Μεταξά.

Τρία θέματα συμπλέκονται εδώ σήμερα: οι θεωρίες των άλλων, η ενεστώσα πραγματικότητα κι ένα παράδειγμα πρακτικής εφαρμογής της τελευταίας. Ως «άλλοι» ορίζονται οι διδάσκοντες σε ακαδημαϊκά έδρανα τοπική και μη ιστορία, που δεν έχουν όμως σπουδάσει Ιστορία αλλά έτερα επί του επιστητού αντικείμενα όπως γαλλικά, αρχαιολογία, θεατρολογία κττ. Ο καθείς φυσικά έχει άποψη, είναι πρόσφορο να έχει. Ωστόσο ο εξοπλισμός, οι στόχοι κι εν τέλει οι παραγόμενες συνθέσεις καθαρόαιμων ιστορικών, θεραπόντων της Κλειούς κι όχι δούλους της τρέχουσας πολιτικής ή της συγκαιρινής ορθοφροσύνης, διαφέρει τουλάχιστον ως προς το χρόνο, διότι τα κόμματα όπως κι ο συρμός εναλλάσσονται. Πρακτική εφαρμογή της ζώσας Ιστορίας έλαβε κατόπιν αυτών χώραν πρόσφατα σε μελέτη για τον οικισμό Κερασιά Κοζάνης -αναγιγνώσκεται και λαμβάνεται ελεύθερα από τον σύνδεσμο http://blogs.sch.gr/thankall/?p=1082.

Δικαίως σε πρώτη φάση θα αναρωτηθεί κανείς: «τι μας προσφέρει η Ιστορία, έχουμε άλλα καυτά μπροστά μας». Πολλά ωστόσο από τα εμπόδια προσπερνάει κανείς με την τοπική Ιστορία: είναι πραγματική γνώση αφού ο,τιδήποτε γραφεί ελέγχεται για την ορθότητά του στο στενό περιβάλλον μελέτης της. Έπειτα η αμεσότητα του θέματος αντίκειται στις φλύαρες αναπόδεικτες γενικότητες. Μετά η άσκηση με τα αρχεία, η αναγνώριση τόπων, οι κουβέντες με ανθρώπους. Η επαφή με τη μνήμη, παράμετρος εντονότατη στους Έλληνες, ιδιαίτερα στους προσφυγικής καταγωγής. Η κύρια σημασία της τοπικής Ιστορίας εν τέλει είναι η προσφορά στο παρόν καθώς το ιστορικό παρελθόν είναι μάλλον πρόφαση για επιστημονικής φύσης ασχολία με υπαρκτά προβλήματα, προβλήματα τόσο του ερευνητή όσου και του λαού που υπηρετεί.

Η Ιστορία είναι μια αφήγηση. Υπάρχουν και φανταστικές αφηγήσεις όπου η αλήθεια άγεται και φέρεται ανάλογα με τον καιρό και τις διαθέσεις. Ωστόσο ο σχετικισμός αρμόζει μόνον σε ατέρμονες φιλοσοφικές συζητήσεις. Ακλόνητα δεδομένα συναντά κανείς άπειρα στην τοπική Ιστορία, λ.χ. οι νεκροί στρατιώτες και πολίτες στη Δυτική Μακεδονία κατά την περίοδο του ελληνοϊταλικού κι ελληνογερμανικού πολέμου 1940 -41. Τουλάχιστον 1.000 θύματα, νέα παιδιά οι περισσότεροι, έδωσε ο τόπος, το 1/10 περίπου του συνόλου της χώρας. Αν σε αυτά προστεθούν τριπλάσιοι τραυματίες όπως ο Αιανιώτης αδερφός του παππού μου που παριστάνεται στην ειρημένη πρώτη εικόνα, αριθμούμε 50.000 απώλειες. Στο προηγούμενο βιβλίο Ιστορίας της ΣΤ΄ Δημοτικού είχε γραφεί με διάθεση λείανσης ότι οι Έλληνες «απομακρύνουν τα ιταλικά στρατεύματα». Από πότε το ρήμα απομακρύνω συμπυκνώνει το αίμα 50.000 ανθρώπων;

Ας εισέλθουμε τώρα στο λαβύρινθο του σκότους. Εργαζόμενοι πάλι με αναμφισβήτητα δεδομένα, δηλαδή ονόματα εκδημησάντων λόγω πολεμικών αιτιών στην ίδια περιοχή επί Κατοχής και λίγο μετέπειτα βλέπουμε πως οι αντάρτες πορευόμενοι το δρόμο για την ελευθερία της χώρας και την κατάκτηση της κυβερνητικής εξουσίας είχαν φονεύσει ή εκτελέσει 1.500 περίπου άνδρες, γυναίκες και παιδιά, μισά περίπου θύματα από τα αντίστοιχα των Γερμανών, Βουλγάρων και Ιταλών κατακτητών. Η ερμηνεία των πραγματικών αυτών αριθμών αποσιωπάται όπως αποφεύγεται και η μνεία ακλόνητων δεδομένων που εξάγονται από την έρευνα της τοπικής Ιστορίας. Τελικά υπάρχει αλήθεια στην Ιστορία, άσχετη από αποσιωπήσεις ή αμάρτυρες ερμηνευτικές επικαλύψεις.

Για την επίσημη τοπική Ιστορία είναι σήμερα διαθέσιμα δύο οδηγοί, ένας παλαιός έντυπος του 2003, κι έτερος σύγχρονος και μόνον ψηφιακός του 2011. Ο πρώτος υπογράφεται από διδάκτορες Ιστορίας και Κλασικής Αρχαιολογίας, ο δεύτερος από ομάδα «εμπειρογνωμόνων», ουσιαστικό που σύμφωνα με τα λεξικά ερμηνεύεται ως πρόσωπο με ειδική γνώση και πείρα. Αν οι συντάκτες του τελευταίου έχουν ειδική γνώση, ιστορικές δηλαδή σπουδές, και πείρα επί της Ιστορίας και δη της τοπικής, η οποία αποκτάται με τριβή στο πεδίο και σχετικές δημοσιεύσεις, ο γράφων το αγνοεί, αφού ονόματα δεν παρατίθενται. Ούτε γνωρίζει αν, αφού κατά μια κατάθεση τοπική Ιστορία «ξεκινά από τα ενδιαφέροντα και τις ανάγκες μιας τοπικής κοινωνίας», οι συγγραφείς ζήτησαν να μάθουν τι ενδιαφέρει ή τι χρειάζονται οι μόνιμοι κάτοικοι.

Ας δούμε τώρα δύο κατευθύνσεις της Ιστορίας, οι ονομασίες των οποίων δόθηκαν με κύρια μεταβλητή το χρόνο. Η παλαιότερη καλείται από θεωρητικούς αντιπάλους της «παραδοσιακή». Κατά την κριτική τους άποψη περιορίζεται αυτή σε πρόσωπα κι όχι σε συλλογικότητες ανθρώπων, ενδιαφέρεται για γεγονότα παρά για ερμηνείες κι ολοκληρώνεται μέσα από έρευνα εγγράφων κι όχι άλλων, προφορικών π.χ., πηγών. Αν αυτό ίσχυε τους προηγούμενους αιώνες, δεν σημαίνει πως υφίσταται και σήμερα. Γιατί όχι άλλωστε, αφού και τα πρόσωπα και τα γεγονότα και τα επίσημα έγγραφα αποτελούν ιστορικές πηγές. Ο γράφων π.χ., που θεωρείται από διάφορους ως παλαιάς κοπής ιστορικός, κατά την εκπόνηση της διδακτορικής του διατριβής εκτός της αρχειακής έρευνας συνομίλησε με 170 αυτόπτες και μη μάρτυρες. Πώς ορίζεται έπειτα από αυτό κάθε τιτλοφόρηση και πόσο αληθής είναι;

Εν αντιθέσει με την παραδοσιακή η Νέα Ιστορία, σύμφωνα πάντα με τους ίδιους θεωρητικούς, κινείται σε διαφορετικούς άξονες: στη θεματική της εντάσσεται η μελέτη του περιβάλλοντος, η διαπολιτισμικότητα, η ασχολία με την εικόνα του άλλου και η λείανση των αντιθέσεων. Ωστόσο το μόνο τρανταχτό νέο που κομίζει η κατακερματισμένη αυτή λαογραφία, είναι ο αριστοκρατικός φιλειρηνισμός, καθώς, ειδικά οι ιστοριογράφοι, δηλαδή οι μελετητές των τοπικών κοινωνιών, κατά κόρον δάσκαλοι, στα σύνθετα έργα τους περιγράφουν τόσο το περιβάλλον όπου ζούσαν οι πρόγονοί τους όσο και τους μαχαλάδες του οικισμού τους. Ακόμη τις φυλετικές χορείες της περιοχής και τις αγριότητες συνήθως της αντίπαλης πλευράς στα στενά όρια της βιωτής των. Δεν τα επεκτείνουν, διότι δεν τα γνωρίζουν.

Πάντα σύμφωνα με τους άλλους η νέα ιστορία προσεγγίζει διαφορετικά την τοπική ιστορία, νεωτερισμός που αυξάνει τη δημιουργικότητα τόσο του διδάσκοντος όσο και του διδασκομένου. Επιπλέον βασίζεται αυτή στη συμμετοχικότητα καθώς λαμβάνει χώραν ομαδική επεξεργασία του αντικειμένου της, παράλληλη μάλιστα με διαλόγους, ενώ στην παραδοσιακή προσέγγιση κυριαρχεί η εξεταστέα ύλη, η βαθμολόγηση και η στείρα απομνημόνευση. Κατά τον γράφοντα, μάχιμο δάσκαλο κι όχι ακαδημαϊκό θεωρητικό, η διάκριση είναι αμάρτυρη, για δυο τουλάχιστον λόγους: πρώτον παλαιά γεγονότα μπορούν να διδαχθούν και με νέες προσεγγίσεις και δεύτερον καμιά απομνημόνευση δεν είναι στείρα. Οι αρνητές της βαθμολογίας δεν βαθμολογήθηκαν οι ίδιοι για να κριθούν ως καθηγητές Πανεπιστημίων; Εκτός αν δεν υπέστηκαν παρόμοια διαδικασία.

Τους ιστοριοδίφες χωριών και πόλεων μέμφονται πολλαπλώς οι οπαδοί της νέας ιστορίας: ότι ασχολούνται με γραφικότητες κι ανέκδοτα, πως ξοδεύονται σε γενεαλογίες και υπηρετούν «ξένους» (ποιοι είναι άραγε αυτοί;) ως προς την ιστορική επιστήμη στόχους. Πως παραλείπουν «νέες» ιστοριογραφικές τάσεις όπως η οικονομία, οι κοινωνικές τάξεις και η δημογραφία. Όμως αυτά ακριβώς θέλουμε εμείς, τα αποσαρώματα που ξεφεύγουν από τους «οδηγούς» της ιστορίας. Ένα παράδειγμα δεικνύει του λόγου το αληθές: στην περιοχή μας κυκλοφορεί κασμέρι με καρπούζι που εξηγεί γιατί δεν στέριωσαν οι Εβραίοι στην πόλη της Κοζάνης, σας είναι γνωστό. Κάτω από αυτό το γραφικό ανέκδοτο κρύβεται η μεγάλη αλήθεια, το εμπορικό δηλαδή δαιμόνιο των Βλάχων κατοίκων της πόλης. Γιατί λοιπόν να μην αποτελούν ιστορική πηγή τα γραφικά ανέκδοτα; Επειδή ο ερευνητής είναι αδύναμος ελλείψει επαφής να τα αναλύσει;

Κατεχόμενοι από «κίβδηλη ιστορική συνείδηση» θεωρούνται επίσης από τους ακόλουθους της νέας ιστορίας όσοι ερευνητές της τοπικής ιστορίας αγνοούν ή παραποιούν πηγές, αρέσκονται σε μεγαλαυχίες, αναπαράγουν στερεότυπα, δίδουν εξωπραγματικές διαστάσεις σε γεγονότα ή προκαλούν με τα έργα τους μίση και πάθη. Λησμονούν όμως πως και οι ίδιοι, όπως όλοι οι άνθρωποι, αγνοούν άπειρα πράγματα και ότι παραποίηση πηγών δύναται να θεωρηθεί και η επιλεκτική αγνόηση ασύμβατων σε αυτούς γεγονότων. Επιπλέον πως στερεότυπα φέρουν και οι ίδιοι εκτός από τους άλλους. Ακόμη ότι τα μίση και τα πάθη, φυσικά, πανάρχαια κι απέθαντα, δεν εξαλείφονται με αποκρύψεις, αλλά με την τοποθέτησή τους στην τράπεζα της Ιστορίας όπου ξεχωρίζοντας την αλήθεια από το ψεύδος προσπαθούμε να ερμηνεύσουμε τις αιτίες δημιουργίας των ώστε να μην επαναληφθούν.

Κάτω από τους όρους της ευγενούς λοιπόν Ιστορίας δουλέψαμε το βιβλίο Κερασιά: Ιστορία -Παιδεία –Πολιτισμός, που πρόσφατα εξέδωσε ο ΑΜΣ Ελιμειακός του ιδίου χωριού. Βγήκαμε από το ανύπαρκτο γραφείο μας στο απαιτητικότατο αλλά πλούσιο πεδίο. Αναζητήσαμε χωρίς όρους κι όρια πηγές, οπτικές, γευστικές, απτικές, γραπτές και προφορικές, τις οποίες ανακρίναμε εξαντλητικά, περικόπτοντας ό,τι νομίσαμε επίπλαστο. Μην επιδιώκοντας (πρόσκαιρα) υλικά οφέλη, δημόσιες θέσεις κι αξιώματα αποφύγαμε τις ευλύγιστες γενικότητες και τις συντεταγμένες του συρμού. Γεμίσαμε με τόλμη τα χρονικά κενά με τον ορθό λόγο. Δεν φοβηθήκαμε να διατυπώσουμε σαφή συμπεράσματα. Όλα για τη διακονία του λαού και της Επιστήμης, για να αυξηθεί το εύρος της κοινής εμπειρίας και της ιστορικής γνώσης.

Το έργο ξεκίνησε από απλά ερωτήματα. Γιατί η Κερασιά και οι όμοροί της οικισμοί (Χτένι π.χ. κι Αγία Παρασκευή) έχουν ελληνικό έτυμο, ενώ ο περίγυρος βρίθει σλαβικού ή τουρκικού αντίστοιχου; Μήπως παίζει ρόλο η ύπαρξη της συνοριακής αρχαίας πόλης Αιανής; Γιατί οι κάτοικοι του πολισματίου της Κερασιάς επιμένουν στο «γραφικό ανέκδοτο» πως το χωριό τους ήταν «τρανό» στα παλιά χρόνια; Μελετώντας λοιπόν, περπατώντας, παρατηρώντας, ρωτώντας, αμφιβάλλοντας, κρίνοντας και συμπαθώντας επισκεφτήκαμε το βαθύ παρελθόν. Όσο και να φρυάττουν οι αχθοφόροι του αποδομισμού, αποδείχτηκε άλλη μια φορά εδώ η ιστορική συνέχεια του ελληνισμού, από την προϊστορική εποχή μέχρι σήμερα. Συναρπαστικότερη ήταν ίσως η διαπίστωση για την αντοχή των προφορικών ενθυμήσεων, διότι πράγματι η μικρή Κερασιά ήταν αρκετά μεγάλη παλαιότερα. Έτσι από τις 3 γενιές προς τα πίσω που θεωρούνται με ασφάλεια πως είναι πιστευτές οι πληροφορίες, στη μελέτη μας ο χρόνος τουλάχιστον πενταπλασιάστηκε!

Με θάρρος αισθητοποιήσαμε επίσης αρκετά ανίχνευτα και υποσκότεινα σημεία όπως π.χ. την προσφυγιά, όχι τη συνήθη του Μείζονος Ελληνισμού, υπαρκτή σε αρκετές κοινότητες της περιοχής, αλλά μία νεότερη, τους ανταρτόπληκτους κατά τη διάρκεια του κατοχικού και του κυρίως Εμφυλίου Πολέμου. Θα είχε εξαιρετικό ενδιαφέρον όσοι αρέσκονται στις «εικόνες των άλλων» να σκύψουν και στους ειρημένους πρόσφυγες ως «άλλους», αν όντως διαθέτουν τόλμη, επιστημονική ή προσωπική. Ακόμη και μόνο ασχολούμενοι με το «πώς» , δηλαδή την περιγραφή του γεγονότος, «πως» που διατυμπανίζεται στη νέα ιστορία εν αντιθέσει με το «γιατί» που λησμονείται. Για την Κερασιά είναι εύκολο, διότι οι πρόσφυγες αυτοί είναι ολίγοι. Αν όμως, αφού η τοπική Ιστορία πρέπει να συγκεφαλαιώνεται μέσα στη γενική, αναφερθεί ο διπλανός οικισμός Κάτω Κώμη όπου επί Κατοχής η Αριστερά πυρπόλησε τις οικίες της Δεξιάς και η δεύτερη απάντησε με το κάψιμο των οικιών της πρώτης, ο «άλλος» είναι τελικά ο «ίδιος»!

Ένα από τα τοπικά αρχεία που μελετήθηκαν, εκτός από τα κοινοτικά, ήταν το βιβλίο των προπολεμικών εσόδων -εξόδων του Ιερού Ναού των Παμμεγίστων Ταξιαρχών της Κερασιάς. Κανένα (επίσημο) έγγραφο δεν θεωρείται φυσικά, επειδή συντάσσεται την ίδια εποχή ή απευθύνεται «εσωκομματικά», αληθές, όμως στο συγκεκριμένο δόθηκε εμπιστοσύνη αφού δεν εξυπηρετούσε σκοπιμότητες, ήταν μίαν απλή καταγραφή. Το 1931 τα έσοδα του ναού από ενοίκια χωραφιών, καζάνι και δίσκο, είναι χαμηλότατα, μείωση φυσιολογική λόγω του παγκόσμιας κρίσης. Κατά την περίοδο της δικτατορίας Μεταξά, ιδιαίτερα το 1938, απογειώνονται. Πώς ερμηνεύεται το συμβάν; Είναι αποτέλεσμα κυβερνητικών πιέσεων ή προϊόν ανόδου του βιοτικού επιπέδου των κατοίκων; Η απάντηση κι ερμηνεία δική σας!

Θανάσης Καλλιανιώτης, ιστορικός, Δρ. Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας ΑΠΘ

Ανακοίνωση που γράφτηκε για να εκφωνηθεί από στήθους στο πλαίσιο της ημερίδας «Όψεις Τοπικής Ιστορίας»που οργάνωσε ο Σχολικός Σύμβουλος της 5ης Εκπαιδευτικής Περιφέρειας ΠΕ Κοζάνης Ιωάννης Παπαδέλης στην αίθουσα συνεδριάσεων του παλαιού Νομαρχιακού Συμβουλίου Κοζάνης την 17η Ιουνίου 2014

Υ.Γ. Η συνοδευτική παρουσίαση της ανακοίνωσης υπάρχει στο http://blogs.sch.gr/thankall/?p=1085

 
 
Joomla 1.5 Templates by Joomlashack