www.mikrovalto.gr

Τυχαία φωτογραφία

Αναζήτηση


Μκρουβαλτνά Σιακάδια [ΙΔΙΩΜΑ] (της Σοφίας Τσινίκα) Εκτύπωση
Πέμπτη, 24 Σεπτέμβριος 2015 23:40

Γούλαμ δε μουτσιαλνάς… 

4 tsinika 012 -- Γούλαμ ήλιγι η μάνατ, δε μουτσιαλνάς ντιπ. Ουδιέτσι του γλέπου του ψουμί που σι φέρνου στου μαντρί. Τι σιλουή έχους γιεμ, πέτου στμάνας .

- Τι να φκιάσου, τι να σώσου μάναμ, πώς να κνήσου του κριάκουρου.

- Αρα τι σαλαμάρις ακούου.

- Μάνα βρήκα ένα σιντούκι λίρις.

- Λέλεμ του πιδίμ σαλάθκι. Τι λίρις αρα χαμένι, τι λες, ίνουρο ίδις ή σι πάτσι του ίσκουμα, ποιες λίρις;

- Βρήκα μάνα ένα σιντούκι λίρις στου τρανό του κριάκουρου απού πχατ.

- Κι πώς ξέρς αρά, πώς τσάμπλαξις;

- Έβαλα γκλούτσα σι μια τρύπα κι ρουπουτούσι του σιντούκι. Ταχιά να φέρς ένα λισγκάρι κι ένα τσαπί, ένα για μένα ένα για σένα, κι να τσβγάλουμι, να φέρς κι του μπλάρι να τσφουρτώσουμι κι πουλύ χαραή να μη σι ιδουν.

Η θειάκου τα πήγι κι αρχίντσαν να σκάβν. Πού να ταραχτεί του κριάκουρου.

- Απόκανα Γούλαμ, αντραλίζουμι.

- Άμα δεις τσλίρις όλα θα τα ξιαχτουχίις.

- Τούδα ιγώ πιδίμ του ίνουρου, έτρουγα σταφύλια, πιδιμός είνι.

Κάπουτι κι αλλότι έβαλι η Γούλας του χέρι κι τράβιξι του σιντούκι. Κι τι ήταν; Ένα γιρμανικό κράνους. Η θειάκου σάστσι.

- Αρα γιατιαυτό του γκαμπράνι χλιάρσαμι τόσου χώμα κι ξιμισιάσκα;

- Πάρτου μάνα να του φκιάεις κιούπι, να πίν οι κότις νιρό.

- Α σιαπέρα αρά σαλέ να έχου ιγώ στου νουβρόμ τ' γιρμανού του γκαμπράνι να θυμούμι ότι μας έκαψαν οι τσιακματζμένοι του χουριό.

Του φουρλιάτσι η θειάκου κι έφυγι ξιμισιασμέν.

Εν Μικροβάλτω...", ΑΦ 24

 

Του γυαλί του θκό μας

kath15924Γριζιαλιούνταν κάθι μέρα στ’ μάναμ’ η τρανή η διρφήμ’.

- Μάνα χαλέβου να μας παρς κι μας ένα γιαλί να γλέπουμι να χτινιζουμέστι. Όλα τα κουρίτσια έχν στα σπίτια.

- Μο κουρίτσιμ’  άμα μάσου κάνα αυγό θα πάρουμι όταν θα έρθει η Βλάχους (αυτός έφερνε στο χωριό διάφορα).

 Έμασι η μάναμ’ πέντι  αυγά κι ήρθι του γιαλί.

- Κουρίτσια πού να του βάλου;

- Πουλύ ψηλά μάνα, να μην του φτάν’ η μκρή (εγώ).

Ο καθρέφτης έγραφε καλημέρα και είχε και δύο φούντες στην κάθε άκρη. Τουν  ξιξκριμνούσι μούγκι η διρφήμ’, ιγώ σαν τγάτα τουν τηρούσα απού κάτ’.  

- Μην τουν πειράξ’, ισύ να ξέρς μίλιγαν.

Μια μέρα βρήκα στριχουμένου σι μια τρύπα στου ντβάρ’ ένα χαρτί, είχι λίγου κόκκινη βαφή που έβαφι η μάναμ τσφούστις μας. Πήρα μι του δάχτουλου κι έβαψα τα μάγουλαμ’. Πώς να δω αν είμι καλή; Τι να φκιάσου, τι να σώσου. Αντραλίσκα να του τηρώ του γιαλί και καθώς ήμαν μαναχιά, πήρα μια φούρκα απ’ τ’ αχούρι κι τράβα τράβα του ξιθλίκουσα απ’ του καρφί, έπισι κάτ’ του γιαλί κι γένκι τσίτσιαλα. Τα πλαλούντα έφυγα κι κρύφκα πέρα σναχειρώνα. Του δειλνό μι έκουψι λόρδα,  πνούσα κι σιγά σιγά σαν τγάτα πήγα σπίτ’. Μάρπαξι η μάναμ’, μαρχίνσι μι τουν πλάστ’ κι όπους είχα βαμένα τα μάγουλα μι τα δάκριαμ’, αρχίντσι σουλνάρια να κατιβαίν’ η μπουιά απ’ τα μάγουλαμ’.

Κι αρχίντσι η μάναμ’.

-Βάψιμου σι μάρανι παλιουτσουτζουλου που να ξιπατουθείς να μη σι γλιέπου ντιπ, σκλίκια έχ’ στουν κολ… κι δε σιγουρεύισι ντιπ, θα σι κλείσου του βράδι στ’ αχούρ’ να κοιμθείς μι τα βόδια. 

Ανάσα ιγώ. Καλά που ήρθι η θειάκου μ’ η Πανάγιου κι αρχίντσι να λαβίζ’ τμάναμ΄.

- Έλα μι λέει κουρίτσιμ σι μένα, σαλάθκι η μάνα σ’ …

Αυτό το έζησα … και τώρα στο σπίτι μου έχω πάνω από τρεις μεγάλους καθρέφτες.

 

Η κουντός η άντρας

Νταρντάνα γνέκα η Τασιούλα. Ναράτσαν καλά πιδιά δεν τνάρσι καγκαένας. Σικλιτίζουνταν η μάνατς, «μωρ κουρίτσιμ τι λοϊός να είνι κι δε χαλέβς καέναν. Άντρας κι γνέκα ίσι όποιουν να παρς θα τουν φκιάις νοικουκύρ».

Πέρασαν τα χρόνια, αρχίντσι να μαραγκιάζ, να σουφρών η Τασιούλα. Χάθκαν τα καπούλια που είχι κι δεν τναραδούσι καένας.

Σι μια χαρά βρέθκι κι ένας κουντός. Σαν του είδι, μόρα μόρα, «αυτόν θα πάρου μάνα». «Θυγατέραμ αυτός μι φαίνιτι πουλύ κουντός κι στιγνιάρκους. Άμα πααίν στου χουράφ θα τουν πάρν σβάρνα τα βόδια, μψή αξιάλ είνι η έρμους».  «Χτύπσι η καρδιάμ σιτιαυτόν κι θα τουν πάρου».

Γίνκαν τα λουγουδώματα, αρχίνσι η χαρά, αρχίντσι η χουρός, πάει να κάνει στου χουρό μια φούρλα η γαμπρός, πάρτουν κάτ’, έπισι τα πίπκα κι μι του ζόρ’ σκώθκι. Αντρουπιάσκι η Τασιούλα, τι να φκιάσ’, τα στέφανα  είχαν γένει, τουν φουρτώθκι. Αρχίντσαν οι δλιές, έναν όργου στου θέρους η Τασιούλα, μψό η Νικόλας η κουντός, δυό τρεις αράδις καλαμπούκι έσουνι η Τασιούλα, μψή αράδα η κουντός. Ήρθι κιρός να  παέν’ στου στρατό η Νκόλας κι όταν πέρασι ιπιτρουπί τουν ρώτσαν πώς λέγισι, τουν λεν, ποιος ιγώ, ναι σι σένα μιλούμι. Α΄, μι λέν Νκόλα. Τι δλιά έφκιανις στου χουργιό, ποιος ιγώ; Να σιαπάν σιακάτ. Κατάλαβαν τι ανιπρόκουπους κι χασουμέρς ήταν κι τουν έδουσαν αναβουλή. Γύρσι στου χουργιό όλη τμέρα κοιμούνταν κι του βράδυ πάινι για ύπνου. Μαράζουνι η Τασιούλα κι τραγδούσι του τραγούδι:

Ναθιμάσας μάτιαμ όταν ζηλιψέτι

τουν κουντό τουν άντρα κι τουν μαραζιάρη

που έσπιρνι του χρόνου δυό πνάκια στιάρι

κι άλλα δυό κριθάρι

ποιος να τα θιρίσει, ποιος να τα αλουνήσει

πού τουν άμπλαξα μωρ μάναμ

κι δε σάκσα ντίπ.

Σοφία Τσινίκα (Από το 27 τεύχος της εφημερίδας "Εν Μικροβάλτω...")


 

Μπδούλια έφαγις;

st15293Πήρα του χουριανόμ τηλέφουνου να μι αρμινέψ για κάτι χαρτιά.

- Έλα ποια είσι μά;

- Αρα δε μι αγνώρσις, η Σουφία είμι.

- Τώρα σι θυμήθκα, τι χαλέβς μα;

- Μια ουρμίνια.

- Γιατί μα απ' αλάργα δε βαΐζ ντιπ κατου χουργιό, γίνγκις κι συ Σαλουνκιά.

- Αρα έχου του παλιουπόδαρουμ κι του χειρούργησι η γιατρός, έβαλι τάχα ένα μπαλόν μα τίπουτα ντίπ.

- Τι καρτιράς μα τώρα, τρανή είσι.

- Καλά ρα του ξέρου, τι του χαλέβς αυτό κι του αναφέρς. Ιγώ ρα δεν ήμαν που ώσπου να μιτρήσ ως τα δέκα απου τα σούδια έφτανα στου κουντουλάκι μι μιά ανάσα.

Αρχίντσαμι τα θκά μας που μουλουγμό δεν έχν.

- Θυμάσι μα, μι λέει η χουργιανός, που στου λάκου στα γκιουφύρια που έπλιναν τα στράνια οι γνέκις κι ιμείς απου κατ επινάμι νιρό, μας ήλιγαν πως του νιρό αμα πιράσ απού σαράντα πέτρις είνι καλό.

- Όλα τουν ήλιγα τα θυμούμι, που τα Χριστούγεννα ετρουγάμι πουλύ κριάς, κουψίδια κι λουκάνκα, τα κριμνούσαν θλιές κι εμείς κρυφά τα ερτουγάμι. Αυτά ίλιγαν οι μάνις μας τα μαγαρσμένα τα πουντίκια τα τρών, μούγκι που μας πουνούσι η κλιά κι ετριχάμι τα πλαλούντας πίσου απ' τσ' αχυρόνις. Καλά που ειχάμι κι τς ουδουκαθαριστές τσ σκρόφις τάτρουγαν κι καθάρζι η τόπους.

- Ισύ μα ξιαστόχσις που ειπιρνάμι  μια φιλούδα ψουμί, ένα σκρουβάλι τυρί, χορτινάμι μια χαρά, μούγκι που του τυρί είχι μέσα μπδούλια.

- Τι να είνι αρά τα μπδούλια, τα ξιαστόχσα.

- Ικείνα μα που ήταν μέσα στσ τρύπις του τυρί.

- Α! Καλά τώρα τα θυμίθκα, που είχαν κι ένα κιφαλάκι κι μας τηρούσαν μέσα απ' τς μκρές τστρυπούλις..; Ήταν ζουντανά κι του τυρί πουλύ νόστιμου, πιό καλά μαζί μι του ασβέστιου ετρουγάμι κι προυτεϊνες που λεν κι οι γιατροί. Δε μας πείραζι τίπουτα, μας φύλαγι η Θεός, που ήλιγι κι η μάναμ, τα μπδούλια ήταν ζουντανά κι μας τηρούσαν σα να μας ήλιγαν φάτι κι πλαλάτι, μη χαμπαρίζτι ντιπ.

Ηλιγάμι ηλιγάμι κι δεν τα σουνάμι μι του χουργιανό μ'. Κι όποιους Μκρουβαλτνός της ηλικίας μου πει ότι δεν έφαγι μπδούλια, ψέματα θα πει.

Ο Δασάρχης

Ξιζβιρκιάσκι να φουνάζ η κλητήρας.

- Ακούστι χουργιανοί καλά. Απού ταχιά θα έρχιτι Δασάρχης κι στου χουργιό μας. Μην κόβιτι ξύλα απού σμά στου χουργιό, θα πλιαρώντι τζιριμέδις.

Κυριακή η Δασάρχης ήρθι. Κι μόρα μόρα καμάρουνι στου μισουχώρι, αυτός ήταν κι καένας άλλους. Είχι κι έναν χουσμικιάρ, λίγου ζαραλούδκους. Αυτός η σπιούνους πρόδουνι τσχουριανοί. Νύχτα έκουβαν τα ξύλα απού σιαπέρα απ' ντΒασίλ τ' Λάκα απ' του Μαγκανάρ μα αυτός η τσιφτιλίδκους ήλιγι του Δασάρχη τάχατις τα έκουβαν απ' τα Κουκινόια. Παράδις δεν είχαν οι χουριανοί κι τσέδουναν καμιά κότα πνηθιλαν ψημέν. Από τότι χάνουνταν οι κότις απ' τα κουμάσια. Φώναζαν οι γνέκις κι τάβαναν μι ν' αλούπου.

Μια χαραή η Στέλλα άκσι να λαμανίζουντι οι κότις, βγήκι  κι τουν είδι του χουσμικιάρ τ' Δασάρχη. Ά κυραμάρε ισύ κλέβς τσ κότις. Πήγι στουν τρανό τουν καπιτάνιου (τουν Αστυνόμου) κι του ανάφιρι. Η τρανός να μην τα χαλάσι μι του Δασάρχη τνείπι ήσαν απ' τουν ύπνου κι δεν είδις καλά. Σι λέου τουν άμπλαξα, μην κάντσ του σαλό, άκσις; Καλά λέει του τρανό του κιφάλ. Πρέπει να τσακόσουμι όταν παέν να την   ψήσν. Αρά τι ταράζισι κι αντραλίζισι ιγώ θα σι πααίνου ικεί που ψήν τσκότις.

Η Δασάρχης κάθουνταν τνάλλη τμέρα στου  καφινίου καμαρουτός σα να είχι καταπχεί τουν πλάστη. Τουν καλημέρσι η Στέλλα, αρχίντσι να κνιέτι, να λυγιέτι. Η Δασάρχης τουν άρσι πουλύ κι τλιέει, του βράδυ ακλούθαμι και θα φας κότα ψημέν. Λέλιμ, που μι αρέσει, να μι καρτιράς. Μπρουστά η Δασάρχις μι του χουσμικιάρη, απ' του κουντό η Στέλλα κι πίσου η τρανός η καπιτάνιους. Σι μια ριματιά άναψαν φουτιά, έψαν νγκότα, τλιάντσαν κι αρχίντσαν να τρων κι να τραγδούν. Σιούντι τα δέντρα όλα Ζαχαρούλαμ, έστριβι του μουστάκ η Δασάρχης. Τσαμπλαξι η τρανός στουν τόπου. Σας τσάκουσα. Φρίθκι η Δασάρχης κι τάρξι όλα στου χουσμικιάρ. Ήλιγαν απουτότι στου χουριό. Να ποιός αλούπους μας έτρουγι τσκότις. Αφού τνέβγαλαν τραγούδ τΣτέλλα. Στέλλα μωρ Στέλλα, κακιά κουπέλα, δεν τόπραξις καλά, παγάπησις Δασάρχη μούγκι μιά βραδιά. Πάισαν οι κότις κι τα κουκόρια, πάισαν κι οι κλουσαριές, τσέτρουγι η Δασάρχης μέσα στις ριματιές.

Τ' βγήκι τόνουμα τ'  Στέλλα μα γλύτουσαν οι κότις.

Διαβάστι τα κι θα θυμηθήτε σε ποιό χωριό έγιναν όλα αυτάια.

 

Η νύφη από Δευτέρα

Σ' όλου του ντουνιά να τηρούσις σαν τ' Μαρία  άλλου κουρίτσ δεν είχι ψηλή, λυγιρή μι κόσις ως τα καπούλια, τα πλαλούντα τάφκιανι τα χουζμέτια, νασκίρζι, φουκαλνούσι, ανάπιανι του προυζύμ, ζύμουνι παραπάν απου δέκα πλαστάρια μι μια ανάσα. Όσου να σκουθούν οι άλλοι, έβγαζι του ψουμί απ' του φούρνου. Όλις οι μάνις χάλιβαν να μπάρν για νυφ στα πιδιάτσ. Μούγκι ένας θα τνέπιρνι, αυτόν χάλιβι, του Νάτσιου, πιρήφανους κι αυτός, έκουβι του τσιρβέλου τ',  ότι κι αντί τόφκιανι.  Τουν κατηγορούσαν στου χουριό  γιατί πιρνούσι όλου απ' μπανόστρατα που ήταν του σπίτι τσ Μαρίας, τραγδούσι κι του τραγούδ αυτόια. “Δε μπουρούσα να βρω καμιά και το ένα Σαββάτο βράδυ καλε Μαρία”.  Δστου κι πολιομούσι μύγδαλα στου παραθύρι τσ. Η Μαρία σαν τγάτα τουν τηρούσι κι δόστου χάχανα κι νουήματα. Τάμαθι η μάνα τ' Νάτσιου τα καμώματα, τουν αρχίνσι δεν αντρέπισι αρά , θα βγάλν τόνουμα του κουρίτσ. Μη λαβίζ μάνα ιγώ θα μπάρου κι θα παένου μουναχόζμ στουν πατέρα τσ. Μη βγάειζ τέτιις μόδις, ισί να ξέρσ. Γιατί θα αρχινίσν να παέν κι τα άλλα τα πιδιά. Σιούρτσ η Νάτσιους, πήγι στουν πατέρατσ. Θα στδόσου τουν ίπι, αλλά μασκαραλίκια δε θέλου. Φανιρά δε θα έρχισι. Πάινι κι η Νάτσιους κρυφά.

Τα καμώματα τσ νύχτας ήφιραν στιναχώριις γιατιαυτό γίνκι η χαρά αγλήγουρα γιατί η Μαρία αντρέπουνταν που ακούσκι. Δόστου κλιάματα σαν ήγλιπνι του Νάτσιου. Τι θα φκιάσου, τι θα δείξουμι τ' Δευτέρα που η πιθιρά καρτιράει να βάλει σκανέστρα του πκάμσου να ιδούν ότι ήταν τίμια η νύφ. Ήταν του έθιμου, έβαναν μια τρανή κανίστρα τρουίρου μι βασιλκό, μέσα του πκάμσου μι την τιμή (παρθινιά). Ιγώ Νάτσιου μ' τι θα δείξου, τουν ήλιγι μι κλάματα η Μαρία. Α μα χαζιά, ισύ θα δεις τιμή, άκσις, θα του ιδείς. Χόριψαν, έφαγαν, σκόλασι η γάμους. Κλιάματα η Μαρία, τι θα κάνει του προυί τσ Διφτέρας...

Χαραή χαραή η Νάτσιους πήγι στου κουμάσι που κλουσούσι τα πλιά η κλουσαριά. Πήρι ένα πλούλι, τόκουψι του κιφάλι. Ζουγράφσι του πκάμσου κι τόδουκι τμάνα. Μπράβου ρα πιδίμ, πουλύ χάρκα. Έφκιασι πίτις, λαγκίτις, σμίθια, αρχίντσαν όλις οι γνέκις ζτγειτουνιά, μπράβου, τίμου κουρίτσι, να ζήσν. Καμάρι η πιθιρά, ήρθι κι η μάνα τσ νύφης άμα για να ξέρτι του κουρίτσι τούχα καπίστρι ιγώ, δεν τούπι καένα στάσ παρέκει. Μέσα στου νουντά η Νάτσιους μι τ'Μαρία ξιτσιαγουλιάσκαν να γιλούν.

Αχ Νάτσουμ μας ξιντροπιασι του πλούλι, νανι καλά. Κι η Νάτσιους, τι καλά να είνι μα χαζιά, αφού τόκουψα του κιφάλι;

Σοφία Τσινίκα

Από το τεύχος ΑΦ 28 της εφημερίδας "Εν Μικροβάλτω..."


Η Λιμουνιά κι η Κώτσιους

siakad10.1Μαζί τράνιψαν αυτά τα δυό, σένα σκουλειό πάιναν, κουλτά ήταν τα σπίτιατς κι τα χουράφιατς.  Έσκαβαν του καλαμπούκι κι τηργιούνταν σαν τα γατιά. Κατάλαβι η μάνατς κι τούπι τουν πατέρατς. Θα διαλέξουμι γαμπρό, δε θα πάρει αυτόν του στιγνιάρ που δεν έχει ζμι να φάει. Δα πάρει ένα πιδί απ’ τουν άλλου του μαχαλά, είνι καλό πιδί κι νυκουκυρέοι όλοι. Τόμαθι κι η Κώτσιους ταμπλάς τουν ήρθι. Σταύρουσι μια μέρα τμάνα τσΛιμουνιάς κι νείπι:

- Η Λιμουνιά είνι φκιάμ. Είνι φιλημέν απού μένα. 

- Αρά δεν αντρέπισι τι λες να του βγεί τόνουμα του κουρίτσιμ.

- Ρώτα την μα θιάκου για να μη μέχς για ζιματιάρ.

Πείσμουσι η θιάκου, άρπαξι τουν πλαστίρ κι πού σι σφάζι πού σι πουνί γαλάζια νέφκιασι τθυγατέρατς.

- Τέτοια μασκαραλίκια έφκιασις μι τουν Κώτσιου; Ανάσα του κουρίτσι.

Χαραή χαραή πάει η θιάκου στμάνα τ’ Κώτσιου κι ναρχίντσι.

- Η θκός η γιός έβγαλι τόνουμα τσθυγατέραςμ. Κι πώς θα του δώσου του κουρίτσι σ’ άλλουν.

- Θα μπάρουμι ιμείς, λέει η μάνα τΚώτσιου.

- Σι ποιόν μά; Στο θκός του ζαραλούδκου που δεν έχτι ούτι ψουμί θα δώσου του κουρίτσιμ; Που βρουμούν  τα χνώτα σας απου μπείνα, που δέντι τγάτα όταν τρώτι μη σας φάει καμιά χαψιά;

- Ιτότι μα βάλτην στου ντλάπι να σιτέψι. Ιγώ σι λέου θα μας κάντς μιτάνιις κι δε δα νπάρει ου Κώτσιους

Κι αφού χώθκαν οι μάνις στ μέση χάθκε μια αγάπη για πάντα…

.

Ο κύριος Μαλούτας

Λέλιμ ήλιγαν οι γνέκις στου χουριό ούτι τόνοματ δε χάλιβαν νακούσν. Χτύπσι η καμπάνα. Ήρθι η Μαλούτας η φουριακός. Αρχίντσαν να φουνάζν απ’ του καμπαναριό που είχαν βάλει κι χουνί. ΄Οσοι τάκσαν του σκαπέτσαν.

Μαζώθκαν καμπόσοι, πάει κι η πατέραμ. Αρα τι μας χαλέβς, αφού ξέρς παράδις δεν έχουμι. Κάτσι αυτούια να σι φέρουμι κανα διρμάτ τυρί. Παράδις δεν έχει είπι η νούνουςμ η Μίκας πού ήταν κι πρόιδιρους. Αφού δεν έχτι θα κάτστι μέσα ως του βράδυ. Κλείδουσαν κι έφυγαν οι τρανοί. Κι τι να φκιασν μέσα στου παλιό σκουλιό. Έστειλαν χαμπέρι στου γραμματέα του μπάρμπα Κώτσιου. Η γραμματέας τσαπόλκι κι ως του βράδυ να βρουν παράδις. Του βράδυ η Μαλούτας δε βρήκι καέναν κι τσέκανι μήνυσ. Κάπουτι κι αλλότι τσκάλισαν στου Δικαστήριου στα Σέρβια τουν πατέραμ, του Γιάννη τουν Τσιάκαλου, τουν Ξυνουιάννη, του Γκιάτα, του Χαϊνταρουκώτσιου, του Τζικουβαγγέλη. Κι αρχίντσι η πρόιδιρους γκατηγουρία. Φώναξι πρώτουν τουν πατέραμ. Τι έχει να πεί. Αρα τι παράδις χαλέβς, τι λουιές είνι ένα τρύπιου ταλαγάνι έχου, πάρτου κι αυτό. Πήρι ύστρια του λόγου η Χαϊδαρουκώτσιους πιό γραμματζμένους. Να σι φέρουμι καένα σφαχτό η καθιένας τουν λέει, θύμουσι η πρόιδιρους κι τσλέει άι φιβγάτι απουδώ, αρπάχκι η Τσακαλουιάντς κι λεει καλά που του κατάλαβις κι άλλη φουρά να μη μας φέρς ιδώ, μι τα πουδάρια ηρθάμι. Κι η πρόιδιρους λέει να προυσέχτι πώς ομιλάτι. Κι ισύ να τηράς ποιοί φέρς ιδώ, τουν είπαν κι οι χουργιανοί μας.

.

Είχι του μυαλό στουν κούτκα

Τρανός τσέλιγκας η μπάρμπα Νάτσιους. Είχι πιντακόσια γίδια, γιλάδια, πρόβατα καμιά διακουσιαριά, είχι κι τα σκλιά. Πήρι γνέκα τλιμουνιά μι τα πολλά καμάρια κι τχάλιβαν όλα τα πιδιά μα νέδουκαν σιαυτόν που είχι στου σπίτιτ γκάζι, λάδι αλεύρι κι τυρί. Αυτόν τον τρανό τον τσέλιγκα θα πάρς νίλιγι η πατέρατς. Αρα πατέρα  δε μαρέζει ντίπ, είνι κι τρανός. Ξιπατώσ, μούλουξι θα έχς να φας όρνιου. Τι να φκιάσ του  κουρίτσι τουν πήρι. Γέντσι κι ένα πιδί κι ένα κουρίτσι. Του πιδί τούλιγαν Λιάκου κι του κουρίτς  Γιάννου.

Κρυφό καμάρι τουν είχι η πατέραστ του Λιάκου, χάλιβι να τουν φκιάσει γιατρό. Κι ήλιγι τσχουριανοί, βαστάτι να είστι γιροί θα φκιάσου γιατρό του Λιάκου κι θα σας γιατρέβει. Άμα ήλιγαν οι παπούδις ξίσκι κακουπόριψει μπασχαλιά ναλλάξ. Αρα ώσπου να γένει γιατρός η Λιάκους ημάς θα μας σμαζώξει η Θιός. Απουλύθκι απ’ του Δημουτικό Σκουλιό η Λιάκους  μι πέντι (5). Δεν τάπιρνι τα γράμματα. Πατέρα δε χαλέβου γράμματα τάκσις, θα γένου κι ιγώ τσέλιγκας. Α σαπέρα ρα χαμένου σκλί, θα γέντς γιατί του χαλέβου ιγώ. Κι τουν ξιπρουβότσι για νΑθήνα σι ένα φίλουτ, που είχι απ’ του στρατό.

 Έστιλνι παράδις, τυριά, αρνιά, ουράτσι  να βγάλει του Γυμνάσιου η Λιάκους. Γράφκι στου Πανιπιστήμιου κι από κει πέρα του φιτζίλουσι κι έπιασι δλιά σ’ένα μαγειργιό.

Κάπουτι κι αλλότι τόμαθι η πατέρατ. Έβαλι τα σιγκούνιατ, έστριψι του μουστάκι, τα τσαρούχια μι φούντις. Κι πααίνει στου φίλουτ. Αρα τι φκιάνει η θκόςμ, η ξιαστουχμένους, θα γένει γιατρός, όλου του χουργιό τουν καρτιράει. Ξιρουκατάπνι η φίλουστ. Πώς να στου πω Νάτσιου φουβούμι μη σι ρθει νταμπλάς. Να του πείς, τόσου τυρί έφαϊς κι συ. Να, δεν πάτσι ντιπ στη γιατρική σχουλή, δλέβ σι μαγεργιό. Αρά για κεί του είχα ιγώ, να πλένει τα αγκιά να τρών οι προυτιβουσιάνοι.

Μι κατιβασμένου του κιφάλι ήρθι πίσου η μπάρμπας στου χουργιό, τουν ρώτσαν οι χουργιανοί. Αρα τι φκιάνει η γιατρός. Τι φκιάνει του γκαβάδ, ταπαράτσι όλα κι πλέν τσιντζιαρέδις κι ταψιά.

Αφού είχι του μυαλό στουν κούτκα ας κάτσι να ψουφήσ του παλιόσκλου.

Σοφία Τσινίκα

Από το 26ο τεύχος (ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 2013) της εφημερίδας «Εν Μικροβάλτω…»

.

Μούγκι μια Μουκριότσα τούχι

Στου παζάρι στα Σέρβια κουντά στου μάτι που είχι νιρό πότζαν τα πράματα οι Μκρουβαλτνοί κι όλα τα γύρου χουριά. Ήρθι μια Μουκριότσα καβάλα στου μπλάρι. Κι μπίτσι κάτ να του ποτίσει.

Ήταν ικεί μια απτου χουργιό μας, τούειδι κι τρώτσι.

-Αμα βάντι κι σεις οι γνέκις τέτχοιου;

-Ναι θειάκου, αρχίντσαμι, μια χαρά, μας ζισταίν.

-Λέλιμ καλότχια σας, πού του πλούν;

-Δεν του πλουν θειάκου, παίρνουμι από δω απ’ του παζάρι άσπρουν αλατζά κι του ράβουμι ιμείς.

- Χαλέβου να μι δειξ να φκιάσου κι γώ.

Αγόρασαν μιάμσι πήχι αλατζά, πήγαν μέσα στου Κουντουντίνα του μπακάλκου, τόκουψι η Μουκρότσα, πήραν κι λάστιχου για τμέση κι έμαθι η Μκρουβαλτνή πώς του φκιάν. Απού τότι αρχίντσαν να του βάν όλις. Μια μέρα η θειάκου η Σπύρινα του ξιαστόχσι όταν τόβγαλι στου φράχτη στουν κήπου τΓκιάτα κι ταραδούσε. Αντρέπουνταν να πει τι αραδάει. Τόμαθι η προυιδρίνα κι έφκιασι κι αυτή. Η πρόιδιρους ήταν στα Σέρβια, ικεί κάθουνταν γιατί ειχάμι στα μέρη μας αντάρτις. Η προυιδρίνα πάει κουντά στΠαπαμήκα του μύλου κι έκαμι μπάνιου μέσα στα κουπάνις απού είχαν νιρό για τα γιδουπρόβατα. Αφού λούσκι κι μπανιαρίσκι τόβαλι κι πάει καθαρή να του ιδεί κι η πρόιδιρους.

Μια μι νάλλη τόμαθαν κι πάιναν αλατζά στ’ θειάκου Νικόλινα νΤσιτσιλουνικόλινα που είχι μηχανή, τα έραβαν κι έτσι συμπουλιάσκαν όλις. Μια μέρα μια θιάκου ανέβκι να κόψει καραγάτσι, έμασι τφούστατς, ξιαστόχσι ότι δεν του είχι βάλει κι φάνγκαν όλα απού κατ. Ήλιγι στ μάναμ. Τι έφκιασα η σαλιά, ξαστόχτσα που δεν τόβαλα κι τάμασα τα σντράνια ως τμέση. Πιρνούσι  κι η παππούς η Τσιουβάκας απού κατ’ κι ίλιγα τι τηράει έτσι αυτός η παππούς;

 

Τι ήταν αυτό που φόρεσαν για πρώτη φορά;

Βρακί με βρακοζούνα και πουδουνάρια.

.

Έφαϊ τα πιτυράδια

 Η θειάκουμ η Αντώνινα η Τσιλιαντώνινα (η Τιρνινού) βγήκι όξου στουν νουβρό απου κάθουνταν οι γναίκις κι αρχίντσι να χουιάζ του τζιουμπάνου.

-Τι έπαθι η ξιπατουμένους άνξι τάντιρουτ.

-Για ποιόν λες μα θειάκου τρώτσι η θειάκου Κουσταντινιά.

-Αχ τι έπαθα γιέμ, μίφιραν έναν αχόρταγου τζιουμπάνου απου σιακάτ απ’ νΑλασόνα, δε μπουρώ να τουν χουρτάσου ψουμί.

-Γιατί μα θειάκου, πόσου τρώει;

-Ένα πλαστάρι σνκατσιά γιέμ κι ένα τυρουφάι τυρί. Κι του ξυνόγαλου ένα διρμάτ τμέρα, τι να φκιάσου γνέκις;

-Φκιάστουν έναν τσέντζιαρ φασούλια να τουν μπιράξν, τλέει η μάναμ.

-Αμα τουν έφκιασα κι δεν έπαθι τίπουτα. Λαλούσι τφλουέρα κι τραγδούσι.

-Μα μάνα δώστουν παχύ λαρδί να γυρίσι η καρδιάτ νείπι η θειάκου η Θανάσου η θυγατέρατς.

Πιάνει κι η θειά μια μπλάνα παχύ λαρδί, τουν πααίνει κι τουν λιέει:

-φάει  απ’ αυτό να χουρτάις, κι άλλου δε σι φέρνου.

Σι δυό μέρις τόφαϊ κι έστειλι χαμπέρι ότι «αν δε μιφέρν φαί κι ψουμί, θα φάου τα πιτυράδια».

-Να φάει τα πουδάριατ κι να σκάσι απιλουήθκι η θειάκουμ.

Πείσμουσι η θειάκου κι όντα πάει να πάρει του γάλα δεν τουν ουμίλτσι ντιπι. Σκώθκι κιαυτός πειζμουμένους κι τλέει:

-μίφιρις μα  τίπουτα να φάου; 

-Να φας πιτυράδια, τουν είπι.

-Τάφαγα κι πνώ κι γω κι τα σκλιά. Χουρταίνει η λύκους μι τα καρκατσέλια; Θα φύγου.

-Να φύγς, να πας οπίσου απ’ τουν ήλιου αχόρταγο, άκσις; Τουν είπι κι η θειάκου.

-Αυτά μέφκιασι γνέκις του βουμπίρκου, κι ξιπατώθκι κι έφυγι.

 

*πιτυράδια: ψωμιά από πίτυρο που ζύμωναν μόνο για τροφή για τα σκυλιά.

Από το 24ο τεύχος (ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 2012) της εφημερίδας «Εν Μικροβάλτω…»

 

Έτσια ήταν του Μικρόβαλτου όταν ήμαν μκρή

Όλα τα σπίτια πάν απ΄ του Τζιαντέ. Αρχινούσι του χουργιό απ’ Τζικάδκις τσ’ αχυρώνις. Κι σιαπάν σιαπάν αρχινούσαν τα Τσιλιάδκα τα σπίτια, πιο σιαπάν ήταν τα Θουδουράδκα κι καταπάν τα Νατσιάδκα. Στ’ ράχη τα Φακάδκα, τα Παπαντουνάδκα κι σιαπίσου τα Καβουράδκα. Παρακάτ τ’ παπά του σπίτ’ κι τα Τζικάδκα. Απ’ κατνή τμηριά ήταν τα Τσιτσιουλιανάδκα, τα Τζιουκάδκα κι τα Σταθάδκα. Στου μισουχώρ’, είχάμι τν ικκλησιά τουν Αϊ Γιώρ. Μόνου τα ντβάρια. Καλά που ήταν του ψιλό καμπαναριό κι καταλάβινις πώς ήταν η ικκλησιά. Τα παλιά καλά σπίτια που ήταν μι μιγάλις νουντάδις κι μι πλάκις πέτρις σκιπασμένα μας τα τσούξαν φουτιά οι τσιακματζμέν’ οι Γιρμανί που να μη φανούν ντίπ . Ικεί κουντά κατά ντρανή τα’ βρύσ’ είχάμι τ’ Πασχάλ’ του σπίτ’. Τι βιουλί ήταν ικίνου απ’ λαλούσι η Πασχάλτς, σιγκαθούσαν κι οι κότις όταν τάκουγαν.

Σιαπέρα στουν άλ’ του μαχαλά τα σπίτια τα Κουτουλάθκα, τα Μπατσιακάδκα, τα Τζιουκάδκα, τα ΄Λιξάθκα, τα Γκουβράδκα κι κουντά σ’ν  Αγιακοίμησ’ ΄ν  ικκλησιά τα Παπαδημουτράδκα. Μας ήλιγι η Σπύρους η Παπαδημητρίου τάχα έσκουζαν ΄ν νύχτα οι πιθαμέν’ κι φουβούμασταν να πιράσουμι. Σ’ν κατηφόρα κάτ’ ήταν η καλή βρύσ’ η Αργασταριά, είχι καλό νιρό η βιριάνκ’, αλλά είχάμι ξιπλατστεί να κουβαλούμι τα φτσέλια μι νιρό.

Του χουριό σώνουνταν τα σπίτια κάτ’ στα Αριδάδκα.

Κι τέλους ήταν του σκουλιό. Τι σκουλιό μωρ’ γνέκις ικατόνπινήντα πιδιά τα διάβαζι μια μ’κρή δασκάλα η κυρ-Νατσιοπούλου Σοφία. Νγκαημέν’, μέχρι μπουλιουμούσαν τα τρανά πιδιά. Τι τράβιξι να μας μάθ’ καμιά κλούτσα γράμματα τβγίκι η ψυχή. Κουβαλούσι κι απου πίσου μας τα ξύλα για τσόμπις γιατί μας έπιφταν του χμώνα μες του χιόν’.

Τι να σας γράψου χουργιανοί, τα Μικρουβαλτνά δεν έχ’ν μουλουγμό. Όλοι όταν ζμπόρζαν θαρούσις άκουις κινέζοι.

¤

Έλα βρέε… βράδυ στ’ αλών'

 Τν αρραβώνιασι η πατέρατς  κι   δεν τούξιρνι ντιπ του πιδί. Ήταν κι απ’ τουν πέρα μαχαλά. Μα ήταν τνείπαν καλό κι ντρουπαλό πιδί. «Καλά πατέρα, αφού ισί του λες καλός θα είνι». Τουν ίγλιπνι καμιά φουρά π’ πιρνούσι απ’ του σουκάκι, αυτό ήταν. Απού αλάργα μούγκι γιατί κι η πατέρατς ήταν πουλύ αυστηρός. Ένα διλνό τουν αλουνάρ του κουρίτσι αλώντζι κατ’ τζικάδκις τσαχιρώνις, μι δυό βόδια κι τναξιάλ στου χέρι, γυρνούσι τα βόδια κι φώναζι άιντι.. πλαλάτι βόδιαμ να του σώσουμι. Κάπουτι κι αλότι γυρνάει του κιφάλι κι γλέπ να πιρνάει η αρραβουνασκόστς. Πάεινι να πάρ τα κατούνια (το ψωμί, το φαγητό) κι να ξαναγυρίσει στα πρόβατα. Έβαλι τότις μια γιρή φουνή στα βόδια: «έλαα, έλαα βρε» κι σιγότιρα «βράδι στ’ αλώνι». Του πιδί κουντουστάθκι, κουκκίντσι κι έφυγι.

Μουργκίζουντας του πιδί μπίτσι απ΄του Θουδουράθκου τουν κήπου κοντά στου κουρίτς κι αγλήγουρα χάθκαν μέσα σναχιρώνα. Ημείς οι μκρές οι πουνηρές που καρτιρούσαμι να ιδούμι τι θα γέν,  πουλλά πουνηρά εβαλάμι μι του μυαλό μας κι γιλούσαμι. Μη λέει η συντρόφτσαμ, «ικεί μέσα τώρα θα γέν του μάλι βράσι…»

¤

Tα έλεγαν οι γιαγιάδες μας

 Άμα λύνουνταν η ποδιά, κάποια θα γεννούσε.

Άμα λίγιαζες (λόξυγκας), κάποιος σε θυμούνταν.

Άμα κάποιος περηφανεύονταν και ήταν κακομοίρης, έλεγαν: Μιλούν όλοι, μιλούν και οι κώ..

Όταν είχαν στεναχώρια και κάποιος τον ζητούσε για δουλειά, έλεγαν: όλα τα βάσανα και του γουμάρ απότστου.

Για τον τσιουμπρό (τσιγκούνη) έλεγαν: αυτός δένει τη γάτα και τρώει.

Για την καλότυχη: μην τηράς του πουδάριμ του στραβό τήρα την τύχη την ίσια.

Για τον τυχερό: αυτός χουρέβ σε στρουμένου σάισμα (τα βρήκε έτοιμα).

Όταν στου φράχτ λαλούσι καρακάξα, κακό χαμπέρι, άμα λαλούσι κίσσα, καλό χαμπέρι.

Για την φρόνιμη κόρη: την έχουμε καπίστρι εμείς, έλεγαν.

Αυτός έχει το μυαλό στον κούτκα, για τον κουτό.

Για τη συμφορά έλεγαν: χόρτασαν χαρές οι οχτροί μας.

Για την άσκημη νύφη έλεγαν: δεν το θέλουμε του κρούπι (τσουκάλι που έπιναν νερό οι κότες).

Για το λαίμαργο: χορταίνει η λύκους μι τα καρκατσέλια;

Για τον άτυχο: αυτός δεν είδε ασπροδόντι (δε γέλασε).

Όταν σκουντάψι του άλογο, όλοι ψόφον το λένε.

Για τον έξυπνο έλεγαν έλα μπράτιμε στου θκός του σπίτ να τρώμι κι στου θκόμ να χουρέβουμι.

Έλεγαν ακόμα: μια καλή νοικουκυρά δυό χουσμέτια έφκιανι, φουκαλνούσι κι έκλ..

Αίνιγμα: ήταν ένας, κόμας ένας, είχαν μια πιτσένια βράκα κι πιτσένια βρακουζούνα, τράβα ο ένας τράβα ο άλλος, πήραν απού ένα πουδουνάρι. Τι είναι;

¤

Ου Ζουντανόχαρος

 Όταν για πρώτη φορά είδαν οι χωριανοί μας ελικόπτερο, ένας παππούς μέσα στου καλαμπούκι φρίθκι απ’ του φόβου τ’ . Πέρα στς Νουφανοί είδι του Ζουντανόχαρου. Είχι μάτια τρανά, σνουρά τρουχούλια κι απ’ ‘ν κλιά τ’ είδι αφνούς. Είχαν γιαλιά στα μάτια κι τράβηξαν κα του χουργιό. Τα πλαλούντας η παππούς πήγι στου χουριό κι αρχίντσι να φουναζ’ . Χουριανοί  κρυφτήτι ήρθι η ζουντανόχαρους. Κι χπούσι νκαμπάνα. Μαζώθκαν όλοι  οι άντροι κι φώναξαν τουν παππά. Νάτς κι αφνοί. Οι χουριανοί τηρούσαν τσανθρώποι που αρχίντσαν να τσλέν τι ήταν.  Μούγκι η παππάς έβγαλι φουνή. Δεν ξέρου τι είνι, τι διαουλικό. Αυτός λέει ότι είνι σαν τρανό άλουγου μι τρουχούλια. Ότι κι να είνι, πάρτι του, του καλό απ’ σας θέλου, γιατί κρύφκι όλου του χουριό. Καλό πράγμα δεν είνι.

Η θειάκουμ’ η Τσιλαντώνινα τα μουλουγούσι.

¤

Η θειάκου η Αντώνινα η Λοιπόνινα

 Δε μπουρώ να του ξιαστουχίσου πόσου έκλαψα. Πήγα μη τμάναμ να αλέσουμι βρίζα στου μύλου τ’ μπάρμπα Αντώνη  τ’ Λοιπόνη. Κουντά στου σταυρό οπίσου απού ένα πουρνάρι τι να ιδούμι, ένα σταυρό μι ξύλα κι σκαμένου χώμα μι πουλλές πέτρις απού ουιπάν. Φρίθκαμι. Πές  η μάναμ Σουφία, πες του Πατιρημών, ιδώ  άνθρουπους είνι παραχουμένους. Κι καβάλα ιγώ στ’  γκέσα μι φουρτουμένα τα σακιά αρχίντσα να του λέου φουναχτά κι χπούσι η καρδούλαμ. Άμα εφτασάμι στου μύλου βγήκι η μπάρμπα Αντώνς κι πήρι ιμένα αγκαλιά κι τα σακιά μι του γέννημα. Στου πιζούλι όξου κάθουνταν η θειάκου η Αντώνινα μι του Μανώλη του μούτου, μι τα μάτια κλαμμένα. Τι έπαθις μα θειάκου; Αχ κουρίτσι μ’ τώρα  του προυί παράχουσα του παλικάρι. Ικεί σιαπάν στου Σταυρό βρήκα ένα πιδί σκουτουμένου,  ζουμένου τα φυσίγγια κι πιταγμένου μέσα στου κέδρου, μούγκι τα πουδάρια τ’ φαίνουνταν, καλά που είχι βρέξει κι έφκιασα τ’ γούρνα μι έναν πάφιλα που βρήκα. Η! καλά λες μα θειάκου, του είδαμι κι ημείς, ποιος ήταν; Μιάς μάνας πιδί κουρίτσι μ’, φαντάρους ή αντάρτς.

Για τη Θειάκου Αντώνινα ήταν πιδί μιάς μάνας.

Πάρα πολλοί χωριανοί πρέπει να το γνωρίζουν. Εγώ δεν θα το ξεχάσω ποτέ. Αυτές ήταν οι μάνες του χωριού μας.

¤

Χριστούγεννα 1948

Έτσια καρτιρούσαμι τα Χριστούγιννα ιμίς τα μκρά τότε.

Σαράντα μέρις δεν αρτενουμάσταν ντιπ. Ετρουγάμι μούγκι  ψουμί κι πράσου, ψουμί κι κρουμίδ. Κουρκούτ μι καμιά χλιαριά λάδι,. Μπλιαγκούρ μούγκι μι νιρό βρασμένου. Κουσιάφι μι  βρασμένα γκόρτσα, στιγνά, χουρίς ζάχαρη. Λάχανα στιγνά, καμιά πίτα μι κάναν κόμπου λάδι. Βρασμένου καλαμπούκι. Έναν τέντσιαρι καλαμπούκι έβραζι η μάναμ. Αμα εκλιβάμι κάνα αυγό απ’ τφουλιά τα πλαλούντας στου μπακάλ για κανα δυό σταφίδις ή μπιμπίλια (στραγάλια). Μκροί τρανοί όλοι αυτά ετρουγάμι ώσπου να έρθει η Χριστός στουν Άγιου Γιώργ τνικλησιά.

Ήλιγα τμάναμ,- πού είνι τώρα μα μάνα η Χριστός; -Α τώρα είνι μέσα σι ένα παχνί, ικεί τουν γέντσι η Παναγία. Κι δεν έχει ούτι προυστιά μι φουτιά να ζισταθεί, τουν ζιστέν τα χνώτα απ’ τα πράματα τα βόδια, τα γαϊδουρούλια, τα μουσχαρούλια. -Γιατί μα μάνα δεν είχι σπίτ; -Γιατί η μάνατ τουν πάινι σι άλλου χουριό κι δεν βρήκι ούτι σπίτ δεν τνάνοιξι καένας μπαναγία και τουν γέντσι σι ένα χάνι. -Κι πότι θα έρθι στου χουριό μας; -Α τώρα ξικίντσι μι ένα κτσό γουμάρι τουν φέρνει η μάνατ, γι’ αυτό άρξαν να έρθν.

Όταν κόντιβαν τα Χριστούγιννα μας ήλιγαν. -Α, τώρα είνι σμά στου Μόκρου (Λιβαδιρό), ταχιά θα έρθει πίσου απ’ του Αιλιά. Πιρνούσαν κάμπουσις μέρις, -τώρα πού είνι μάνα; -Τώρα κατέφκι στα ισιώματα, ταχιά στα τσακνάδκα τα χουράφια κι τα κόλιαντρα που θα τουν τραγδίστι θα τουν φέρει η μάνατ μέσα σνικλησιά. Θα χτυπήσ’ η παπάς γκαμπάνα, θα πάμι όλοι σνικλησιά κι ύστρα στου σπίτι θα φάτι όσου κριάς χαλέβ η κλιά σας. Η τράπιζους μι του ταψί όλη μέρα θα είνι καταή γα να τρώτι του κριάς ψημένου απ’ του γουρούν που εσφαξάμι. Τι χαβάδια κι χαρές είχαμι όλα τα πιδιά παινάμι κουντά στου φούρνου, καθουμάσταν να χουρτάσουμι μούγκι απ’ τμυρουδιά. Όταν απουλνούσι η νηκλησιά τα πλαλούντα στου σπίτι, χλιάρι κι τόπου γιατί καθουμάσταν όλοι γύρου απ’ τουν τράπιζου. Τι δεν είχι του τραπέζι εκείνο. Ετρουγάμι τόσου πουλύ που όλα ειχάμι διάρροια κι γιόμζαν τα σουκάκια (απού άλλις μυρουδιές).

Αχ και να ερχότανε τα χρόνια εκείνα πίσω… ένα σπίτι, ένα καλύβι… γεμάτο γέλια και χαρές .

Με πήραν τα κλάματα που τα θυμάμαι...

¤

Η ομπρέλα

 Μιράκι τούχει η θιάκου η Λένου (η μάνα μου) να ρθει στ΄ Σαλουνίκη. Πήρε τρία λιουφουρία, ένα ταξί, μπήκε στο ασανσέρ και μετά στη γκαρσονιέρα.

Τι  μι φκιάντς μα κουρίτσι μ΄ μι λέει απού κουτί σε κτι μι βάντς. Ιγώ ήρθα να γκιζιρίσου. Όταν βγήκε στη βεράντα, 6ος όροφος, αρχίντσι να φουνάζει: – Λέλιμ πώς αντραλίζουμι, καλά μα, σναϊτουφουλιά μίφιρις;

Την πήγα, είδε θάλασσα, την άλλη μέρα και στην αγορά.

-Μπά, λουιουν τουλουιού πράγματα πλούν ιδώ, έχν παράδις. Θέλου μορ κουρίτσι μ’ κι ιγώ ένα δώρου, μια αμπρέλα, μου λέει. –Τι μα, μούγκι η δασκάλα η Σουφία θα έχει;

Όταν έφυγε στο χωριό παρακαλούσε την Κυριακή να βρέξει. Έλα που η αφύσκιους η κύριους δεν έβριχι. Μια Κυριακή αρχίντσι να πέφτει βρουχή μι του διρμίν. Χάρκι η Θιάκου Λένου, έβαλι γκαλή μπουδιά, του μαντήλι, πήγι στου παραθύρι τσθιάκου Νικόλινας.

-Μο Νικόλινα, άμα, σήκου  να πάμι σνικκλησιά. –Χαζόθκις μα, απαντάει η θειάκου, μι αυτό του καθόρι δεν παένου. -Έβγα μα να ιδεις τι έχου. Τηράει η θειά. -Αμά πού ντβρίκις; -Απ’ Τσαλουνίκη νήφιρα.

Τσακώθκαν αγκαζέ κι πήγαν. Έλα όταν έφτασαν δε μπουρούσαν να νκλείσν τνουμπρέλα. Και την άφησαν ανοιχτή μέσα στο καμπαναριό. Σιλουή που είχι η θειάκου Λένου. Μέσα όξου πάινι να μην πάρει καένας νουμπρέλα. Έφυγαν πάλι καμαρουτές κι οι δυό, αλλά σου σπίτι δεν έκλεινι πάλι η ουμπρέλα. Ν΄απαράτσι ανοιχτή μέσα στ΄ αχούρι. Κι λέει –τφιγούραμ νέκανα, δε μπάνα μην κλείεις ντιπ καμιά φουρά.

¤

Μπάνιου στ’ Γκουρτσουπούλα

 Μας έφαγι η ζέστα, λιβακόθκαμι. Καμιά δικαριά συντρόφτσις καθομάσταν στ΄Χαϊνταροκώτσιου του σπίτι, που είχι ίσκιου. Η Φώτου έρξι νιδέα. Άμα χαζές δεν παένουμι κιμείς πίσου στου Βιρό (γούρνα) στ’ Γκουρτσουπούλα  να χαραπαντούμι, να κρυώσει του κουρμί μας. Τι μούγκι τα πιδιά παέν Στς Μάρους κι κάν μπάνιου. Κι πιριφανεύουντι. Η Σπύρους ήλιγι τάχατις έκανι μπάνιου μι μια τρανή μπράσκα (βάτραχος) αγκαλιά, που έβγανι κι γαλάζιου νιρό απ’ του στόμα κι δε φουβήθκι ντιπ. Κι η Σταθτς, λέι Σταμούλου, η αδιρφός μ’, μι μια τρανή νιρουφίδα κλουριασμένη στα πουδάρια τ΄. Κι η Δυσέας η θκός μας, λέει η άλλη. Κόλτσαν σ’ όλου του κουρμί βδέλις κι τουν ρουφούσαν του αίμα.

Μέσα στου καταμισίμιρου εφτασάμι στου Βιρό, εβγαλάμι όλα τα στράνια μας κι μπίτσαμι μέσα. Πάγουσαν μια χαρά τα κουρμιά μας. Τα ρούχα μας τάφκαμι ουιπάν στα κλουνάρια, στα κλαδιά. Όταν βγήκαμι να φύγουμι δεν τα βφήκαμι. Λέλιμ τι να φκιάσουμι, αρχίντσαμι να κλαίμι. Τα πιδιά μας πήραν απ’ του κουντό χουρίς να ξέρουμι. Βγήκι η Βασιλάκς κι μας λέει. Άμα δεν αντρέπιστι γκουτζιάμ κουρίτσια να ξιτσαρέβιστι. Τώρα θα παένου να χπήσου νγκαμπάνα να γιλάσει όλου του χουργιό. Η Γιάνου που δεν είχι βγάλ τα στράνια όλα, βγήκι στου Κουκινόι κι φουνάζει. Ω μάνα, ηλάτι, τα πιδιά μας πήραν τα στράνια κι ήμιστι γκόλιαβις. Άξι η θειάκου Κουσταντινιά που είχι κουντά του αμπέλι κι πήγι του χαμπέρι στου χουργιό. Αρχίντσαν να πλαλούν οι μάνις μας κι να λεν: καλά πιδιά τι εφκιασέτι, φέρτι μας τα στράνια απ’ τα κουρίτσια. Η θειάκου Θανάσου αρχίντσι να τπουλιουμάν. Κι έφυγαν αφού μας έκαναν μπανιστήρι καμιά δυο ώρες.

¤

Πατρίδα σαν τον ήλιο σου ήλιος αλλού δεν λάμπει...

Μη ήλιγι τσπρουάλις μιά συντρόφσαμ’  χουργιανή μας, που είναι παντριμέν σ’ άλλου χουριό. Τα πιδιάτς δε χαλέβν ντιπ να παένουν στου Μικρόβαλτου. Τι να χαλέβν μα χαζιά αφού δεν γιννήθκαν στου χουριό; Τι να θμούντι αυτά; Τα τσιουκάνια απ’ τα πρόβατα, τα μαντριά, τα πουρνάρια, τα κλαδιά, τα κριάκουρα, τα βαλάνια, τα κράνα, τα γκρέγκουρτσα, χόριψαν μα αυτά στα αλώνια;  Έπιξαν τα φλιούρια, τα γκουργκόλια, κλιφτουρίτσα, του δεν τσακώνου ξύλου; Έκαναν ντραμπάλα; έπιξαν σου χιόν μι τα γουρνουτσάρχα να γιουμόζν νιρό κι να πλιακουτούν  όταν πλαλούσαν; Τι χαλέβς τώρα να πουνούν του χουριό; Α ρώτα μα φουκαρίνα ημάς τστρανές  που μόλις κάνουμι κατά σιαπάν κι διαβούμι τσκατιρήντς του λάκκου πώς  χπάει  η καρδιά μας απού πόνου κι χαρά. Ξέρς που όλα μας καλουσουρίζν κι μας χιριτούν κνούντας τα κλουνάρια, οι κρανιές, οι πουρναρές, τα κλαδιά, τα λούδια, όλα μα είνι θκά μας, χαμπαρίηζ ή όχι φτάνουμι στου σταυρό κι θυμούμαστι τουν παππού τουν Τράτσα (Θεοχάρης) που πάλιψι μα μι του λύκου κι τουν έπνιξι του λύκου, τέτοιου παληκάρ ήταν, κι στα παλιάμπιλα που μαζουνάμι  βαλάνια για τα γουρούνια να τρων να βάζν κριάς για να τα σφάζουμι τα Χριστούγιννα. Ή που εβαζάμι σναγιασουφιά του αυτί μας για νακούσουμι ψαλτάδις γιατί μπάτσι η νικκλησιά για να μην νκάψν οι Τούρκοι. Ή τα αρνούλια που βέλιαζαν απ’ τα μαντριά του Γκιάτα κι απ’ τα θκά μας ζπιστηρές όταν εβαζάμι πέτρις να ανάψουμι του καντήλλι στου ξουκκλίς που ήταν σνάκρια στου δρόμου, κι παραπάν που ήταν η κακιά σκάλα κι έτριμαν να πιράσν και τα βόδια, τα γουμάρια, μιά πατλιά δρόμους ήταν. Θα ξιχάσουμι μα συντρόφσα του κρύου νιρό τσάγκαρ του μπγιάδ και στα γκιουφύρια σμά στου χουριό που απουπάν έπλιναν οι γνέκις κι μεις λίγου πιό σιακάτ επινάμι νιρό κι δεν παθινάμι τίπουτα τα ξιπατουμένα, μας φύλαγι η Θιό΄ς ήλιγι η μάναμ. Στ’  Ατσιάνη του χουράφ που ματουνάμι τα χέρια μας να μαζώνουμι βατσινόμουρα, τα ξιαστόχσις κι τότις μι τα ηρουπλάνα που έριχναν στου χουριό τρανές ουβίδις κι μεις κρυβουμάσταν κάτ στου μκρό του γκιουφύρ, τάζησαν μα αυτά τα πιδιά μας να χαλέβν να παέν; Ντιπ χαζιά είσι κι κάντς πως ταχα δεν καταλαβέν,τς. Οι Μκρουβαλτνές μα έχν μυαλό κι δεν τα ρίχν βάρους τα πιδιά, τ’ άκσις; Τα θκά μας τα γκιζέρια δεν τάχουν τώρα τα πιδιά, να γυρνούν όλ’  τμέρα κι να μη τα χαλέβν οι μάνις...

¤

Το τσιρλοσάπουνο

Για απαλά μεταξένια μαλλιά…

Ένα σαπούνι βιολογικό, καθαρό από κασταλαή και χοιρινό λίπος (λίγδα) και διάφορα απομεινάρια απ’ το γουρούνι.

Εκτέλεση

Σε ένα γαλίκι (κουφίνι) έβαναν πέντε τενεκέδες στάχτη. Έκαναν μία λακκούβα στη μέση και έριχναν μέσα κάθε μέρα δυό οκάδες νερό. Το νερό έσταζε σιγά σιγά μέσα σε ένα καζάνι. Το νερό αυτό το έλεγαν κασταλαή ή μούρτσι. Μια βδομάδα το άφηναν να στάζει. Ανάλογα την ποσότητα που ήθελαν, μάζευαν και το νερό. Μετά, μέσα σ’ αυτό το νερό έριχναν τα απομεινάρια του χοιρινού και το έβραζαν στο καζάνι δύο και τρεις ημέρες, ώσπου να γίνει ένας πολτός σαν κρέμα. Μετά το έριχναν και μια οκά ποτάσα που αγόραζαν από τα Σέρβια. Έπειτα το μοίραζαν μέσα στις θήκες του πνακωτού και το άφηναν να ξεραθεί τόσο όσο να μπορούν να το κόψουν σε καλούπια. Άμα δεν έπηζε αρκετά, το χρησιμοποιούσαν σαν κρέμα έτσι ρευστό (σαν τσίρλα). Με αυτό το σαπούνι έπλεναν τα ρούχα και μας έλουζαν οι μανάδες μας. Ήταν το καλύτερο σαμπουάν.

Τη συνταγή μου την έδωσε η θειά μου η Ευθυμία Τζιούτζιου Γουλιό.

¤

Το τρανό το Ανήλιο κι οι διαόλ'

 Ίλιγαν οι τρανοί ότι τάχατις στου τρανό του Ανήλιου έβγιναν οι διαόλ-. Ικεί είχαν τ’ φουλιά τς.

Ένα βράδ’ η παππούς η Τσιουβάκας (Χαρισόπουλος Χαρίσης) έχασι ένα ζγούρ’ κι απ’ τ’  μπατά απού είχι  τα μαντριά πήρι του γουμάρ κι αρχίντσι να πλαλάει νύχτα να του βρεί. Έφτασι τσ’ βαμπακές, άφκι του γουμάρ, πήρι του γκατήφουρου να του βρεί. Απόστασι κι έκατσι αντίκρια απ’ του τρανό του Ανήλιου. Κι αντί τ’ αρνί,  άμπλαξι τσδιαόλ-. Ήταν πουλύ φόβγ’ οι διαόλ-. Άλλους είχι τνουρά στμύτ, άλλους τρία κιφάλια, πέντι πουδάρια, τέσσιρα μάτια, τρανά αυτιά, νύχια κι δόντια τρανά, ήταν γουστόζια τα διαόλια. Αρχίντσαν να μπουρταλέβουντι μπρουστά τ’  να τουν κάν σιακάδια, να τουν γκαναταλνούν για να βγάλ’  φουνή να του  μπάρν  τφουνή κι να είνι μούτους. Η πάππους του ήξιρνι κι μούλουνι. Σκώθκι να πιρπατίσι κι  αντραλίζουνταν. Ζβάρνα ζβάρνα έφτασι τσβαμπακές κι οι διαβόλ- απού κουντά τ’. Τουν έβαζαν τουν κατέβαζαν πτου γουμάρ κι τουν πάιναν τραγδούντας. Οι μκροί οι διαόλ ανέβιναν στου γουμάρ άλλους σνουρά άλλ’ στα καπούλια για να τουν ρίξν κάτ’. Η παππούς τσακώνουνταν γιρά κι όταν του γουμάρ’ αρχούσι  να πιρπατάει του σταματούσαν κι του ήλιγαν «ότσικου γουμάρ’ μι τρακούλ» (είχι ένα τρακούλι -κουδουνάκι- στου λιμό). Δεν τα χούιαζι η παππούς τα διαόλια, τα έκανι χάζ’, είχαν χαβάδια,  αλλά η παππούς δεν άνοιγι του στόμα τ’ . Του γουμάρ’ ήταν κι αυτό παταρισμένου απ’ του  φόβου τ’. Σιόλου του δρόμου η παππούς ήλιγι του Άγιους Θιός, αυτά τα αφύσκα τα διαόλια δεν έφιβγαν. Όταν τουν ήφιραν κουντά στου χουριό κουντά στ’ Ατσιάν’ του χουράφ’  λάλτσι η κόκουτας κι μουνάχα τότι έφυγαν οι διαόλ-.

Έφτασι η παππούς στου σπίτ’ ντιπ σιουρτζμένους, τάπι ζμπάμππου τΧαρίσινα κι έπισι άρρουστους στου σάισμα. Η μπάμπου ήφιφι τουν παπά κι τουν διάβασι. Κι απού τότι απου πουλύ αλάργα ήγλιπνι του τρανό του Ανήλιου.

¤

Αδικίες στον εμφύλιο

 Ένας παππούς απ’ του Ρύμνιου η μπάρμπα Στέργιους απού είχι ένα πιδί απ’ του ίλιγαν Παύλου (δε θυμάμαι κάτι άλλο), πήρι του μπλάρι κι πάινι στου Τρανόβαλτου να πάρει καλαμπούκι.

Κουντά στου χουργιό μας στου μαναχό τ’  αμπέλι ίδι αφνούς, ήταν τρεις. «Πού πας;» τουν λέν, «στου Τρανόβαλτου», «τι είσι διξιός ή αριστιρός;». Η παππούς τσίδι μι παλιά τφέκια, λέει «άι, αντάρτις θα είνι» κι τσλέι «αριστιρός πιδιά». Τουν τραβούν ένα ξύλου «για να μάθτ»ι τουν λέν.

Βαριμένους η καημένους φτάνει κουντά στου Τρανόβαλτου, ικεί τουν σταυρών καμπόσοι είχαν κινούργια όπλα. «Διξιοί θα είνι», λέει απού μέσα τ’. «Πού πας, τι  είσι, δεξιός ή αρισστιρός;». «Διξιός πιδιά μ’». Τουν έδουκαν κι αυτοί σπρουξιές κι κλουτσιές.

Φτάνει στου μισουχώρ στου Τρανόβαλτου κι πέφτει καταή. «Αμάν, τι έπαθις, τι είσι » τουν λέν οι Τρουβαλτνοί, «διξιός ή αριστιρός». Κι η μπάρμπας: «κι απ’ τα δυό πιδιά μ’, βαράτι».

¤

Όταν ήρθι  η  βασίλισσα  Φρειδιρίκη

Στου Μκρόβαλτου θα έρχουνταν η βασίλισσα η Φρειδιρίκη.

Έδουκι διαταγή η μπάρμπα Κώτσιους η γραμματέας (Κων/νος Νατσιόπουλος) να  ασβιστώσν όλ’ τς  δρόμοι κι να φουκαλίσν γιατί  θα πιρνούσι η βασίλισσα.

Τνώρα ικίν απού έφτασι η βασσίλσσα κουντά στα τσιλιάδκα τα σπίτια μι του τζίπ, έλαχι να πιράσι μι του γουμάρι φουρτουμένου η μπάρμπα Γιάνντς η Τσιάκαλους (Ιωάννης Χαρισόπουλος). Τότις του αφύσκου του γουμάρ  χάλιψι να βουνήσ’ . Η μπάρμπα Γιάνντς άρπαξι του διρμόνι  απ’ τ’ μάνα μ’ που πιρνούσι κι τόβαλι κι τάκανι του γουμάρ για να μη  λιαρώσει του δρόμου.

Η μάνα μ’ ήρθι μι του  διρμόνι γιουμάτου βουνιές κι φώναζι.  «Λέλι μ΄ τι μέφκιασι η Τσιάκαλους»

Αυτό του έμαθι η γραμματέας κι για να τουν ιφχαριστήσ’ τουν Τσιάκαλου, τουν έδουκι ένα πακέτου τσιγάρα.

Κι η μπάρμπα Γιάνντς τουν λέει: «Αρα δεν αντρέπισι, ένα πάκου τσιγάρα για ένα διρμόνι σκ…ά , τόσου λίγου μι του πλερώντι;»

¤

Τ’ Σιλιμάν του κθάρ κι του μαϊμούν

 Όταν ρώτησα τη μάνα μου γιατί ονομάζουν έτσι αυτό το μέρος, μου απάντησε. Μουλουγούσαν κουρίτσιμ οι παπούδις ότι ένας Τούρκους Αγάς μι αυτό το όνομα έσπιρι κθάρι η αντίχριστους κι δεν βγήκι ντίπ. Δεν του βλόγσι η Θιός. Όλοι μας γνωρίζουμε πού  είνι το μέρος αυτό. Έχουμι κιλστί στα χουρτάρια, έχουμι πιάσει μπακακούλια, βδέλις απ’ του λάκου κι εφκιανάμι γούρνις τρανές μι νιρό. Έβανάμι μέσα τζκαχιλώνις κι γιλούσαμι πώς κολυμπούσαν. Είχι κι έναν όχτου μι μια τρανή χαράδρα σαν στόμα ανοιχτό κοιτούσι κατά του δρόμου. Καένας δεν μπουρούσι να πάει μέσα, όλοι φουβούνταν γιατί τάχα είχαν μέσα φουλιές τα όρνια, τα λιλέκια, καρακάξις, τρανά φίδια, νυχρτιρίδες, κουκουβάγιες κι ένα μαϊμούν που είχι τρανά τσιλουτά αυτιά, μκρή νουρά, ήταν σαν πλαρούλ κι έπιρνι απ’ του κουντό τνύχτα όποιουν πιρνούσι απ’  του δρόμου, κι σταλήθεια, ένα βράδυ μουργίζουντας ένα πιδί του ίδι. Αρχίντσι του πιδί να λέει του πατιριμών, να πλαλάει του πιδί, να πλαλάει κι του μαϊμούν κι πιθαμένου έφτασι του πιδί στου σπίτι απ’ του φόβουτ. Μούγκι που του μαϊμούν ήταν του πλαρούλι του μπάρμπα Βασίλη (του πατέρα μου) που πριν λίγη ώρα πέρασε με τη γαϊδουρίτσα τη Γκέσα κι του πλαρούλ έμεινε πίσω κι πλαλούσι να βρει τμάνατ.

¤

Για μια μπλάνα μπακαλιάρου

Φώναξι η μάναμ μό! Νικόλινα τάμασις τ’ αυγά να πάμι ταχιά στου παζάρ στα Σέρβια να πάρουμι λάδ γκάζ άλας κι μπακαλιάρου; Να μην ξιαστουχίις κι δε σκουθείς χαραή.

Σκόθκι χαραή η θιάκου Νικόλινα, φώναξι τμάναμκι τθιάκουμ Μπανάγιου κι καβάλα στα γουμάρια μι τα τσάκια άδεια κι τα καλάθια γουμάτα αυγά, πήραν τστράτα για του παζάρ. Πιρνούσαν απ’ τα ξουκκλίσια κι ήλιγαν λέλειμ Παναΐαμ να πλήσουμι τ’ αυγά κι να πάρουμι κι λίγου μπακαλιάρου γιατί ταχιά είνι του βαγκιλτζμού (Ευαγγελισμού).

Ντι κι ούστ, τα γουμάρια πέρασαν τμαύρη ράχη, τσΚαλδάδις του χουριό, έφτασαν στσπόρτις, στου μάτι πότσαν τα γουμάρια, νίφκαν  κι α σιακάτ σιακάτ, πήγαν στου παζάρ. Πούλτσαν τα αυγά, πήραν αυτά που ήθιλναν κι λίγα ζαχαράτα κι σταφίδις, μπιμπίλια για τα κούτσκα. Ανέφκαν στα γουμάρια, είχαν κι τα τσάκια γιουμάτα κι αρχίντσαν να λέν πώς θα φκιάσν ταχιά του μπακαλιάρου.

Λέλεμ!, λέει μια θειάκου, μα ιγώ δεν τουν έχου του μπακαλιάρου μες του τσάκ. Η! τουν ξαστόχτσα στου μαγαζί. Κι αρχίντσι να χπάει του γουμάρι κι γύρσι πίσου. Λέει  μουρή γνέκις, αν σας σταυρώσει η πιθιράμ,, να πήτι ότι μι πουνούσι του πουδάρι κι έρχουμι μι τα πουδάρια, γιατιαυτό άρξα. Βρήκι του μπακαλιάρου στου μαγαζί κι ήρθι νύχτα στου χουργιό.

 
 
Joomla 1.5 Templates by Joomlashack