www.mikrovalto.gr

Τυχαία φωτογραφία

Αναζήτηση


Τα Μαστοροχώρια του Βοΐου Εκτύπωση
Κυριακή, 06 Σεπτέμβριος 2009 18:50

 

ΤΟΠΙΚΗ   ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΗ   ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ


Τα Μαστοροχώρια του Βοΐου

 

Όταν μιλάμε για παραδοσιακή αρχιτεκτονική, εννοούμε την περίοδο εκείνη που περιορίζεται σε πέντε κυρίως αιώνες, από τον 15ο έως τον 20ο και συνδέει το μεσαιωνικό ελληνισμό με το παρόν, που είναι ένα πολύ σημαντικό στοιχείο αναφοράς για την αναζήτηση της ελληνικής ταυτότητας.

Είναι γνωστό ότι όπως όλη η Μακεδονία, έτσι και αυτή η περιοχή δέχτηκε πολλές επιδρομές και κατακτήσεις βάρβαρων φυλών, με συνέπεια τις διώξεις, πυρπολήσεις, αιχμαλωσίες και πολλά άλλα, που εξαιτίας τους οι κάτοικοι πολλών χωριών αναγκάστηκαν να μετακινηθούν προς άλλους τόπους. Τη μεγαλύτερη όμως καταστροφή την έπαθαν στα χρόνια της Τουρκοκρατίας και ιδιαίτερα στα χρόνια επέκτασης του Αλή Πασά. Έτσι, λοιπόν, τα χωριά σταθεροποιούνται σε μόνιμες θέσεις από τα μέσα περίπου του 18ου αιώνα. Κοινό χαρακτηριστικό όλων των οικισμών είναι ότι κτίζονται σε ασφαλή σημεία, μέσα σε πυκνά δάση, μακριά από διαβάσεις, ακριβώς για να «κρυφτούν» και να προστατευθούν από οποιαδήποτε εχθρική επιδρομή. Από εκείνο το σημείο και μετά αρχίζουν να δημιουργούν τις πρώτες βάσεις εξέλιξης και προόδου.

Οι κάτοικοι των οικισμών αυτών πέρα από τη γεωργία και την κτηνοτροφία με την οποία ασχολήθηκαν, εξελίχθηκαν σε πολύ καλούς μάστορες της πέτρας. Έτσι, από τις αρχές του 19ου αιώνα τα σπίτια αρχίζουν να παίρνουν άλλη μορφή και παύουν να είναι καλύβες. Γίνονται κτίρια μονώροφα, διώροφα, τριώροφα, πέτρινα με σχέδια που να εξυπηρετούν τις ανάγκες των κατοίκων και στον αριθμό αλλά και στο επάγγελμα. Σ’ αυτό συνετέλεσε το βραχώδες του εδάφους της περιοχής, που χαρίζει πέτρα πολλών ειδών και αποχρώσεων.

Τα χαρακτηριστικά της παραδοσιακής αρχιτεκτονικής είναι κατά ένα μεγάλο μέρος προϊόν των αναγκών των ίδιων των κατοίκων και αποτέλεσμα του τρόπου ζωής τους. Τα κύρια χαρακτηριστικά της εντοπίζονται στα κτίρια που σώθηκαν μέχρι σήμερα και είναι τα παρακάτω :

1-- Υλικά δόμησης. Όπως συμβαίνει πάντοτε στην arxit_2αυθεντική παραδοσιακή αρχιτεκτονική, τα υλικά δομής των σπιτιών είναι τα υλικά που προσφέρει η φύση. Έτσι, τα κτίσματα κατασκευάζονται από ντόπια πέτρα και ξύλο που προμηθεύονται από τα γύρω δάση. Οι εξωτερικές επιφάνειες των πέτρινων τοίχων παρέμεναν ανεπίχριστες και γενικά οι κατοικίες προσαρμόζονταν στις μορφολογικές και κλιματολογικές συνθήκες του τόπου καθώς και στις φιλοδοξίες και τις οικονομικές δυνατότητες του ιδιοκτήτη.

2-- Αυλή. Οριοθετείται από ψηλούς  πέτρινους μαντρότοιχους και συνήθως και από τη μια πλευρά του ίδιου του σπιτιού. Χαρακτηριστικά αρχιτεκτονικά γνωρίσματα αυτών, αποτελούν οι ξύλινες αυλόθυρες των οποίων το μέγεθός τους ήταν τέτοιο που επέτρεπε την είσοδο ενός φορτωμένου ζώου. Πολλές φορές οι πόρτες αυτές ήταν διακοσμημένες με γυφτόκαρφα δημιουργώντας έτσι ενδιαφέροντα σχέδια στην επιφάνειά τους. Προστατεύονται με δικές τους σκεπούλες από ξύλινο σκελετό και σχιστόπλακες.

3-- Όγκος. Ο όγκος των κτισμάτων είναι αυστηρά γεωμετρικός και με πυργόσχημη μορφή. Το περίγραμμα του κτιρίου υπογραμμίζεται και τονίζεται από τους ακρογωνιαίους λίθους, που ονομάζονται αγκωνάρια. Είναι λαξεμένες πρισματικές πέτρες που τοποθετούνται στις γωνίες, στις διασταυρώσεις και στα τέρματα των τοίχων και που συμβάλλουν στην σταθερότητα των κτισμάτων. Τα κτίσματα που είναι ορθογωνικά, διακρίνονται για τη συμμετρία της κύριας όψης, η οποία τονίζεται στα μετέπειτα χρόνια από την κατασκευή ενός εξώστη στον όροφο, που παίζει και προστατευτικό ρόλο για την είσοδο της κατοικίας.

4-- Κάτοψη. Είναι ορθογωνική ή σχήματος «Γ», σπανιότερα τετράγωνη και διαιρείται σε δύο ή τρεις χώρους. Στην περίπτωση αυτή η κύρια είσοδος της κατοικίας τοποθετείται στο κέντρο της όψης του ισογείου και οδηγεί σε έναν κεντρικό χώρο, τη «μεσιά» ή «μπατή», που επικοινωνεί με όλα τα διπλανά δωμάτια. Στο χώρο αυτό συναντούμε τη σκάλα που οδηγεί στον όροφο. Ο όροφος, διαιρείται και αυτός σε τρία τμήματα, κάθετα προς την κύρια όψη. Δημιουργείται, έτσι, το κεντρικό τμήμα και πλευρικά τα δυο δωμάτια. Το ισόγειο προοριζόταν για στάβλους, αποθήκες καυσόξυλων, τροφίμων και γενικότερα αποθηκευτικών χώρων. Στον όροφο ήταν οι χώροι υποδοχής, ύπνου και διημέρευσης.

5-- Παράθυρα. Είναι πάντα ξύλινα και ανάλογα με το ύψος που βρίσκονται διαφέρουν στο μέγεθος. Τα ανοίγματα που είναι χαμηλά, δηλαδή στους βοηθητικούς χώρους, είναι στενόμακρα κα μικρά, όσο χρειάζεται για τον αερισμό του χώρου. Οι σχισμές αυτές από την εξωτερική πλευρά είναι μικρές, ενώ αντίθετα στο εσωτερικό εμφανίζουν  μεγαλύτερες διαστάσεις. Στα δωμάτια του πρώτου ορόφου ή πιο συνηθισμένα στο μεσοπάτωμα, όταν υπάρχει, εφαρμόζονται μικρά παράθυρα. Στον τελευταίο όροφο τα παράθυρα είναι μεγάλα και ανοίγονται στο πάχος της τοιχοποιίας. Στα παράθυρα, για λόγους προστασίας, είναι τοποθετημένες σιδεριές που ονομάζονται «ριχτά». Μερικές φορές, πάνω από τα παράθυρα, δημιουργούνται τοξωτά υπέρθυρα. Είναι το τόξο που προκύπτει από την κατάλληλη τοποθέτηση της πέτρας που εκτός από στατικούς εξυπηρετεί και αισθητικούς λόγους.

6-- Όψεις – Επιγραφές. Στα περισσότερα κτίρια τοποθετούνται στην πρόσοψη λιθανάγλυφες εντοιχισμένες πλάκες. Το πιο συνηθισμένο είναι να αναγράφεται η χρονολογία ανέγερσης του κτίσματος. Επίσης, συναντάμε κάποια εθνικά σύμβολα καθώς και το σύμβολο του σταυρού που χρησιμοποιείται τόσο για να δηλώσει τη θρησκεία όσο και για να αποτελέσει ένα είδος φυλακτού γι το κτίσμα και τους κατοίκους του. Τον ίδιο ρόλο παίζει και η αναπαράσταση του μάστορα ή του ιδιοκτήτη, που συνήθως το βλέπουμε στα αγκωνάρια που έχει φυλακτικό χαρακτήρα και που πίστευαν ότι θα τους προστάτευε από το κακό.

7-- Στέγη. Το τελείωμα του κτίσματος είναι η στέγη, ξύλινη, που συνήθως καλύπτεται με σχιστόπλακες. Όταν οι μάστορες έφταναν στην στέγη το ανήγγειλαν με τα «κανίσκια». Αφού έστηναν στις δύο άκρες της στέγης πασσάλους με σταυρούς τυλιγμένους με βασιλικό και λουλούδια, ανήγγειλαν τα δώρα που τους είχε προσφέρει ο ιδιοκτήτης. Η υπόθεση αυτή κρατούσε περίπου 3 μέρες, συνοδευόταν από πλούσιο δείπνο και τελείωνε με την είσοδο των ξυλουργών που αναλάμβαναν τα ξύλινα τμήματα του κτίσματος.

Δυστυχώς, η σημερινή κατάσταση των οικισμών αυτών, δε θυμίζει και πολλά από τη δόξα που είχανε γνωρίσει παλαιότερα. Στους περισσότερους οικισμούς παρατηρούμε μια εικόνα εγκατάλειψης και ερήμωσης με αποτέλεσμα τα κτίσματα να καταστρέφονται από τις καιρικές συνθήκες και την έλλειψη συντήρησης. Από την άλλη, όσα ακόμη κατοικούνται, βλέπουμε να έχουν υποστεί αρκετές επεμβάσεις και μεταβολές που αλλοιώνουν τον παραδοσιακό τους χαρακτήρα.

Τα χωριά αυτά είναι από τα λίγα που έχουν κρατήσει τον παραδοσιακό τους χαρακτήρα. Η εγκατάλειψη που υπέστησαν όταν οι κάτοικοί τους μετακινήθηκαν προς τις πόλεις, ίσως να λειτούργησε και θετικά. Βοήθησε στα να διατηρηθούν, έστω και αν αυτό σήμαινε ότι θα είχαν και κάποιες φθορές. Και μόνο το γεγονός ότι κτίσματα του 19ου αιώνα έχουν επιζήσει μέχρι τις μέρες μας, σημαίνει ότι η διατήρησή τους είναι απαραίτητη. Είναι ένας δυνατός σύνδεσμος με την παράδοση που μπορεί να δώσει πολλά σε όλους είτε αυτοί είναι μηχανικοί είτε οι κάτοικοι των κτισμάτων αυτών. Υπάρχουν περιοχές στην Ελλάδα που προσπαθούν να φτιάξουν εκ νέου χωριά με παραδοσιακό χαρακτήρα, κίνηση η οποία οδηγεί συνήθως σε ένα αποτέλεσμα μίμησης και αντιγραφής. Σε αυτά τα χωριά τα κτίσματα ήδη υπάρχουν αυθεντικά, που σώθηκαν και που ο χρόνος ζωής τους αποδεικνύεται πως είναι μεγαλύτερος από υλικά που χρησιμοποιούμε σήμερα.

Μπορούν να αποτελέσουν πόλους έλξης επισκεπτών μιας ήπιας μορφής τουρισμού, που θα τονώσει την οικονομική και όχι μόνο, κίνηση της περιοχής. Γιατί ο κόσμος, πλέον, πέρα από ένα ταξίδι στο χώρο, αναζητά και το ταξίδι στο χρόνο, σε εποχές που είναι συνδεδεμένες με έναν απλούστερο τρόπο ζωής, πιο ήρεμο και ήσυχο από αυτόν που πολλοί αναγκαζόμαστε να κάνουμε σήμερα.

 

ΚΑΒΟΥΡΙΔΟΥ ΓΕΩΡΓΙΑ

αρχιτέκτων μηχανικός

 
 
Joomla 1.5 Templates by Joomlashack