www.mikrovalto.gr

Τυχαία φωτογραφία

Αναζήτηση


Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΕΤΑΛΛΕΥΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ (2) - Προΐστορικοί και Πρωτοϊστορικοί Χρόνοι (του Γ. Συντουκά) Εκτύπωση
Παρασκευή, 18 Μάιος 2012 11:48

Παρασκευή 18 Μαΐου 2012

Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΕΤΑΛΛΕΥΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ (2)

Προΐστορικοί και Πρωτοϊστορικοί Χρόνοι

(αναδημοσίευση από την έκδοση “Ο Ελληνικός Ορυκτός Πλούτος” του Σ.Μ.Ε.)

Απόδοση από τον Γ. Ι. Συντουκά

Μηχανικό Μεταλλείων - Μεταλλουργό

2. ΠΡΟΪΣΤΟΡΙΚΟΙ ΚΑΙ ΠΡΩΤΟΪΣΤΟΡΙΚΟΙ ΧΡΟΝΟΙ

2.1. Η Ανάπτυξη του Πολιτισμού των Μετάλλων στην Ιστορία του Ανθρώπου

sent18.5.12_2Είναι γενικά παραδεκτό, πως ο άνθρωπος ήρθε για πρώτη φορά σε επαφή με τα μέταλλα βρίσκοντας, τυχαία, κομμάτια από αυτοφυή χρυσό, χαλκό και μετεωριτικό σίδηρο. Μάλιστα, όπως αποδείχθηκε από τις αρχαιολογικές έρευνες, πρώτα ανακαλύφθηκε και χρησιμοποιήθηκε ο αυτοφυής χρυσός, καθώς λάμπει έντονα, έχει ελκυστική όψη και επεξεργάζεται εύκολα χωρίς τη χρήση της φωτιάς. Ωστόσο, ο χαλκός με τις διάφορες προσμίξεις του, που δεν αχρηστεύουν τις κατάλληλες για μεταλλικές κατασκευές ιδιότητές του, βρίσκεται σε μεγαλύτερη αναλογία, σε σχέση με τον χρυσό, στη φύση. Επίσης, η σκληρότητά του είναι μεγαλύτερη, πράγμα που τον κάνει περισσότερο κατάλληλο για κατασκευή όπλων και εργαλείων. Για τον λόγο αυτό, η διάδοσή του σημειώνει τον τερματισμό της νεολιθικής εποχής του ανθρώπου, ανοίγοντας την περίοδο των μετάλλων, που άρχισε με την εποχή του χαλκού, για να περάσει γρήγορα στην εποχή του μπρούντζου πρώτα και του σιδήρου στη συνέχεια. Η έναρξη της τελευταίας στην Ελλάδα τοποθετείται στα τέλη της 2ης π.Χ. χιλιετίας.

Ιδιαίτερα σημαντικό σταθμό στην πορεία αυτή αποτέλεσε η ανακάλυψη της αναγωγής των οξειδίων και των ανθρακικών μεταλλευμάτων του χαλκού, καθώς έτσι μπορούσε να έχει στη διάθεσή του περισσότερο μέταλλο από αυτό που μπορούσε να βρει ελεύθερο στη φύση (με τον όρο αναγωγή εννοείται, πολύ χονδρικά, η διαδικασία αποδέσμευσης των μετάλλων από τις ενώσεις στις οποίες απαντώνται στην φύση). Η ανακάλυψη αυτή έγινε προς το τέλος της νεολιθικής περιόδου, μάλλον από τυχαία περιστατικά, όπως π.χ. από δημιουργία συμπαγών μεταλλικών μαζών κατά τις μεγάλες δασικές πυρκαγιές σε περιοχές με επιφανειακά χαλκούχα μεταλλεύματα. Η παρατήρηση αυτών των μεταλλικών μαζών, πρέπει να στάθηκε αφορμή να γίνει προσπάθεια τεχνητής παραγωγής τους με πύρωση των μεταλλευμάτων σε καμίνια ξυλοκάρβουνου, πράγμα που οδήγησε στην ανακάλυψη της αναγωγής. Πιο πιθανή όμως θεωρείται η άποψη ότι η ανακάλυψη αυτή οφείλεται σε παραγωγούς ξυλανθράκων, οι οποίοι χρησιμοποιούσαν χαλκούχα μεταλλεύματα για να σβήσουν τα πυρακτωμένα ξύλα στα καμίνια τους, ή ακόμη καλύτερα, έσκαβαν τα καμίνια τους σε περιοχές που περιείχαν τέτοια μεταλλεύματα.

Ο χαλκός που άρχισε να παράγεται μετά την ανακάλυψη της αναγωγής, ήταν γνωστός από την 7η π.Χ. χιλιετία στους λαούς της Κεντρικής Ασίας και από εκεί διαδίδεται, κατά την 4η π.Χ. χιλιετία στην Ασσυροβαβυλωνία, όπου υπήρχαν πλούσια κοιτάσματα χαλκού, και τις γύρω από την ανατολική Μεσόγειο χώρες, ενώ φτάνει στην Ελλάδα κατά την 3η π.Χ. χιλιετία. Φαίνεται ότι η διάδοση των γνώσεων για τα μέταλλα και των τεχνικών που τα συνοδεύουν γινόταν, κυρίως, με τις μεταναστευτικές κινήσεις των λαών. Ανάμεσα τους, οι νομάδες ήταν οι καλύτεροι μεταλλουργοί, αφ’ ενός μεν γιατί η περιπλανώμενη ζωή τους έδινε τη δυνατότητα να πλουτίζουν τις γνώσεις τους πάνω στα μέταλλα, αφ’ ετέρου γιατί οι μεταλλοκατασκευές αποτελούσαν, την εποχή εκείνη, βασικό ανταλλακτικό μέσο.

Εξ ίσου σημαντικό σταθμό στην πορεία του ανθρώπου προς τον πολιτισμό αποτέλεσαν η ανακάλυψη της χαλύβωσης, κατ’ αρχήν. του σιδήρου και της βαφής του στη συνέχεια. Ο σίδηρος ήταν αρκετά γνωστός ήδη από την 4η π.Χ. χιλιετία. Οι δυσκολίες όμως στην κατεργασία του καθυστέρησαν πάρα πολύ την χρησιμοποίησή του στις μεταλλικές κατασκευές, πράγμα που επιτεύχθηκε προς τα τέλη της 2ης π.Χ. χιλιετίας, με την ανακάλυψη των παραπάνω τεχνικών. Οι επιτυχίες αυτές προκάλεσαν μεγάλες και γρήγορες προόδους στην τεχνολογική και γενικότερη εξέλιξη του ανθρώπου και του άνοιξαν τις πύλες της ιστορίας.

2.2. Η Μεταλλευτική στην Προϊστορική και Πρωτοϊστορική Ελλάδα

Κάτω από τις συνθήκες που επικράτησαν στον ιστορικό ελλαδικό χώρο κατά τις 3η και 2η π.Χ. χιλιετίες, η αντίστοιχη εξελικτική πορεία της μεταλλείας υπήρξε ανάλογη, σκελετώνοντας το πολιτισμικό οικοδόμημα που δημιούργησαν σ’ αυτόν οι κάτοικοί του. Η μεταλλευτική, δηλαδή η τέχνη που αναφέρεται στην αναζήτηση και εξόρυξη μεταλλευμάτων, καθορίστηκε σ’ ένα βαθμό και από την μορφολογία του ελληνικού εδάφους και, ενώ παρουσίασε σημαντική πρόοδο, δεν ήταν αυτή αντίστοιχη των επομένων περιόδων.

Υπήρχε άφθονος αυτοφυής και προσχωματικός χρυσός στην βόρεια Ελλάδα (Μακεδονία, Θράκη, Θάσο), που η εξόρυξή του συνδέεται με τα πρώτα μεταλλεία στον ελλαδικό χώρο. Κατά τον Ηρόδοτο, ο ιδρυτής της μινωικής δυναστείας Μίνως Α’, εγκαινίασε την μεταλλευτική δραστηριότητα (αναζήτηση και εξόρυξη) για χρυσό στον βαλκανικό χώρο. Κατά τον Πλίνιο όμως, τα μεταλλεία χρυσού της Μακεδονίας τα ανακάλυψε ένας Φοίνικας με το όνομα Κάδμος, που εξόρμησε γι’ αυτόν τον σκοπό από την Θάσο. Επίσης, ο Στράβωνας γράφει ότι, ο βασιλιάς της Θήβας Κάδμος μετέφερε από αυτά χρυσό και άργυρο σε μεγάλες ποσότητες. Πάντως, είναι ιστορικά εξακριβωμένο ότι, εξόρυξη χρυσού από τα μακεδονικά χρυσωρυχεία γίνονταν από τις αρχές της εποχής του σιδήρου (12ος π.Χ. αιώνας).

Όταν επιτεύχθηκε η λήψη ψηγμάτων χρυσού από την χρυσοφόρο άμμο ποταμιών και ρυακιών, η ποσότητα του ντόπιου χρυσού της Μακεδονίας αυξήθηκε. Δεν υπάρχουν όμως στοιχεία για τον καθορισμό των τοποθεσιών εξόρυξής του. Πολλές από αυτές θα πρέπει να συμπίπτουν με τις γνωστές από τα ιστορικά χρόνια στη Μακεδονία (Παγγαίο, Εχέδωρος, Παιονία), στη Θάσο και αλλού. Επίσης, η Κύπρος πρέπει να παρήγαγε αρκετό χρυσό, αν κρίνουμε από το γεγονός ότι στα 1185 π.Χ. οι Χετταίοι επέβαλαν στο νησί, μετά την καταναυμάχηση του στόλου του, φόρο σε χρυσό και χαλκό. Παράλληλα όμως με τις ντόπιες πηγές χρυσού, είναι βέβαιο ότι για τις ανάγκες της κοσμηματοποιίας εισαγόταν ποσότητες και από άλλες χώρες, όπως την Αίγυπτο, την Μικρά Ασία, την Κολχίδα κ.α.

Χαλκός υπήρχε άφθονος στην Κύπρο, όπου εξορυσσόταν σε μεγάλες ποσότητες ήδη από τις αρχές της 3ης π.Χ. χιλιετίας. Η δραστηριότητα μάλιστα αυτή συντέλεσε στην μεγάλη οικονομική εξέλιξη του νησιού, ιδιαίτερα κατά την περίοδο 1450-1050 π.Χ., οπότε συνδέθηκε με τον μυκηναϊκό πολιτισμό. Επίσης, και οι μινωίτες από την Κύπρο προμηθεύονταν τον περισσότερο χαλκό, που χρησιμοποιούσαν για τις ανάγκες της μεταλλοτεχνίας, αλλά και του εμπορίου τους, καθώς είχαν καταστήσει το νησί τους κέντρο εμπορίας του κυπριακού χαλκού. Είναι χαρακτηριστικό της μεγάλης σημασίας του κυπριακού χαλκού στην αρχαιότητα το γεγονός ότι οι Λατίνοι πρωτονόμασαν το μέταλλο αυτό Cyprium (μέταλλο από την Κύπρο), η οποία ονομασία αργότερα συντμήθηκε σε Cuprum, από όπου προέρχονται και οι σύγχρονες δυτικές ονομασίες (Copper στα αγγλικά, Kupfer στα γερμανικά κ.α.).

Στον κυρίως ελλαδικό χώρο είχαν επίσης εντοπισθεί κατά την ίδια περίοδο μεταλλεύματα όλων των βασικών μετάλλων, όπως π.χ. χαλκού στην Εύβοια, αργύρου και άλλων μετάλλων στο Λαύριο, μολύβδου στην Λέσβο και σιδήρου σε πολλές περιοχές (Λακωνία, Σέριφο κ.α.). Ωστόσο, εκτός από τον χρυσό του Παγγαίου και της Θάσου, τον χαλκό της Εύβοιας και τον άργυρο του Λαυρίου (ίσως και τον σίδηρο της Λακωνίας), που η εκμετάλλευσή τους φαίνεται να άρχισε προς τα τέλη αυτής της περιόδου, τα μέταλλα των άλλων περιοχών άργησαν να αξιοποιηθούν. Ένας λόγος φαίνεται ότι ήταν το μικρό μέγεθος και η σχετικά χαμηλή ποιότητα των κοιτασμάτων που είχαν εντοπισθεί. Ο σημαντικότερος όμως λόγος φαίνεται ότι ήταν η από πολύ νωρίς μεγάλη ανάπτυξη του ναυτεμπορίου του τόπου. Οι προϊστορικοί και πρωτοϊστορικοί Ελλαδίτες προτιμούσαν να προμηθεύονται τα μέταλλα, μέσω του εμπορίου, από τόπους όπου η εξόρυξη και επεξεργασία τους είχε ήδη γνωρίσει μεγαλύτερη ανάπτυξη, όπως π.χ. από την Αίγυπτο, την Μεσοποταμία, την Μικρά Ασία (κατά τον Στράβωνα, ο θησαυρός του Πριάμου προερχόταν από τα μεταλλεία των Αστύρων στην περιοχή της Αβύδου), καθώς και από την Ευρώπη, όπου, από την εποχή της μινωικής ακμής, έφταναν τα καράβια ως τις Κασσιτερίδες Νήσους (σημερινά Βρεττανικά Νησιά) για την προμήθεια κασσιτέρου.

Ο σίδηρος φαίνεται να ήταν γνωστός στην Κρήτη από την 4η π.Χ. χιλιετία. Πρέπει να είχε όμως μετεωρική προέλευση, καθώς ακόμη και το 2500 π.Χ. οι Κρήτες θεωρούσαν τον σίδηρο σπάνιο μέταλλο, που έπεφτε από τον ουρανό. Ο σίδηρος που χρησιμοποιήθηκε από τους Ελλαδίτες για σιδηροκατασκευές μετά τον Τρωικό πόλεμο, εισαγόταν σε μεταλλική μορφή από τις χώρες της Ανατολής (Ασσυρία, Βαβυλωνία, Αίγυπτο) και από τον Πόντο, όπου, σύμφωνα με μια αρχαία παράδοση, οι Χάλυβες επινόησαν το ατσάλωμά του (χαλύβωση).

Άφθονα βρίσκονται στον Ελλαδικό χώρο και χρησιμοποιούνται από τα πανάρχαια χρόνια, διάφορα είδη πηλού και ηφαιστειακά πετρώματα, όπως ο πυριτόλιθος, ο οψιδιανός (ηφαιστειακό υαλώδες ορυκτό, κατάλληλο για την κατασκευή –τότε- κοφτερών και μυτερών εργαλείων), ο τραχείτης λίθος (για κατασκευή μυλόπετρων), το θείο, η στυπτηρία, η μηλία γη (χωματομπογιά), η κιμωλία γη και οι ημιπολύτιμοι λίθοι ίασπης, οπάλιος και χαλκηδόνιος. Ο οψιδιανός μάλιστα, επειδή λαξεύεται ευκολότερα από τον πυριτόλιθο, κατά την προϊστορική περίοδο στο Αιγαίο, χρησιμοποιήθηκε για την κατασκευή κοπτικών εργαλείων επί 5.000 χρόνια περίπου, από την άνω νεολιθική εποχή.

Οι μεταλλευτικές εργασίες της εποχής αυτής ήταν υπαίθριες ή (όχι βαθιές) υπόγειες. Στις τελευταίες χρησιμοποιήθηκε η μέθοδος των φρεάτων και στοών, στενών και βαθιών όσο επέτρεπαν κάθε φορά τα εργαλεία που χρησιμοποιούνταν, όπως και η φύση και διάταξη των πετρωμάτων. Από τις αρχές της εποχής του ορειχάλκου (τέλη της 3ης π.Χ. χιλιετίας) για σκαπτικό εργαλείο χρησιμοποιούνταν η σταυρωτή σκαπάνη, που έμοιαζε με τον μινωικό “διπλούν πέλεκυν”.

2.3. Η Μεταλλοτεχνία στην Προϊστορική και Πρωτοϊστορική Ελλάδα

Οι προϊστορικοί και πρωτοϊστορικοί Έλληνες ανέπτυξαν σε μεγάλο βαθμό την μεταλλοτεχνία, εξελίσσοντάς την σε καλλιτεχνία. Οι μεταλλοτεχνίτες, από τους απλούς μεταλλουργούς ως τους πιο επιδέξιους κοσμηματοποιούς, είχαν καταλάβει ιδιαίτερη θέση στη μινωική και μυκηναϊκή κοινωνία, αποτελώντας, σχεδόν στο σύνολό τους, ανακτορικούς τεχνίτες. Καθώς οι “αρχοί” (βασιλιάδες) τους παρείχαν όλες τις τότε ευκολίες, απέδιδαν, ο καθένας στον τεχνικό τομέα του, ότι το καλύτερο μπορούσε να αποδοθεί κάτω από τις τότε συνθήκες.

Τα αρχαιότερα μπρούντζινα αντικείμενα κατασκευάσθηκαν από μινωίτες χαλκουργούς. Τα έργα των μυκηναίων τεχνιτών εξάλλου, είχαν γίνει περιζήτητα στις χώρες της Ανατολής, όπου τα δημιουργήματα της μυκηναϊκής κοσμηματοποιίας προσφέρονταν σαν πολυτελή δώρα στους ηγεμόνες.

Τα μεταλλικά ευρήματα (εργαλεία, όπλα, κοσμήματα, αγάλματα) που βρέθηκαν ως τώρα στην Κρήτη, στις Κυκλάδες, στις Μυκήνες, στην Τίρυνθα και στις άλλες περιοχές του ελλαδικού χώρου, δείχνουν ότι η προϊστορική μεταλλοτεχνία είχε φτάσει σε πολύ υψηλά επίπεδα. Ακόμη και η καμίνευση των σιδηρούχων μεταλλευμάτων, που ο Αριστοτέλης περιγράφει στο έργο του “Περί θαυμασίων και ακουσμάτων”, πρέπει να ήταν γνωστή στην Ελλάδα από τα πανάρχαια χρόνια.

sent18.5.12_1

Χρυσά κοσμήματα, όπως εκτίθενται στην μυκηναϊκή συλλογή του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου. Εξαίρετα δείγματα του επιπέδου της προϊστορικής μεταλλοτεχνίας και κοσμηματοποιίας στον ελλαδικό χώρο.

2.4. Οι Χρήσεις των Μετάλλων στην Προϊστορική και Πρωτοϊστορική Ελλάδα

Γενικά, για τα κυριότερα μέταλλα που χρησιμοποιήθηκαν στον ελλαδικό χώρο κατά τα προϊστορικά και πρωτοϊστορικά χρόνια, μπορούμε να πούμε τα εξής :

Προηγήθηκε ο χρυσός, που χρησιμοποιήθηκε κυρίως στην κοσμηματοποιία, στη διακόσμηση, στην κατασκευή προσωπίδων και μικροαντικειμένων καθημερινής χρήσης (κυπέλλων κ.α.), καθώς επίσης και σαν μέσο ανταλλαγής.

Ακολούθησε ο χαλκός, που η λήψη του από τα μεταλλεύματά του οδήγησε στην επινόηση της αναγωγής, χάρη στην οποία άρχισε να παράγεται σε μεγάλες ποσότητες ορείχαλκος (μπρούντζος - κράμα χαλκού και κασσίτερου) και να ανακαλύπτονται συνεχώς νέα μέταλλα. Χαλκός και ορείχαλκος χρησιμοποιήθηκαν σε πλατιά κλίμακα για την κατασκευή όπλων, εργαλείων, σκευών, καρφιών και άλλων αντικειμένων, ακόμη και από την κοσμηματοποιία και την γλυπτική.

Τα άλλα βασικά μέταλλα ήταν :

- Ο άργυρος, που χρησιμοποιήθηκε, σαν πολύτιμο μέταλλο, παράλληλα με τον χρυσό, στην κοσμηματοποιία, την διακόσμηση κ.α.

- Ο κασσίτερος, που μεγαλύτερες εφαρμογές βρήκε στην παραγωγή ορείχαλκου, στην κατασκευή ειδών ατομικού οπλισμού (κνήμες κ.α.) και στο προστατευτικό κασσιτέρωμα (γάνωμα) των χάλκινων σκευών.

- Ο μόλυβδος, που περισσότερο χρησιμοποιήθηκε σαν συνδετικό μέταλλο, στην κατασκευή βαριδίων για τα δίχτυα ψαρέματος κ.α.

- Ο σίδηρος, που με τις βελτιώσεις του κατά την επεξεργασία (χαλύβωση και βαφή κατά τα πρωτοϊστορικά χρόνια), βρήκε ένα σωρό εφαρμογές στην οπλουργία, στις εργαλειοκατασκευές, στην οικοδομική, στη ναυπηγική κ.α.

Βέβαια, ήταν γνωστά και άλλα μέταλλα, που έβρισκαν χρήσεις και έξω από την μεταλλοτεχνία, όπως ο υδράργυρος στην ιατροφαρμακευτική κ.α. Σημαντική θέση στην καθημερινή χρήση κατείχαν και τα αμέταλλα στοιχεία, με σπουδαιότερο το, άφθονο στην Ελλάδα, θείο, που έβρισκε εφαρμογές στο άναμμα της φωτιάς, στη στίλπνωση μετάλλων, στη λεύκανση μαλλιών, στις συγκολλήσεις, στην ιατρική, στις απολυμάνσεις (ακόμη και από ηθικά μιάσματα) καιόμενο ή ωμό.

 
 
Joomla 1.5 Templates by Joomlashack