www.mikrovalto.gr

Τυχαία φωτογραφία

Αναζήτηση


"Συναίνεση ή συνενοχή;", του Στάθη Κωνσταντινίδη Εκτύπωση
Παρασκευή, 30 Μάρτιος 2012 10:56

Τετάρτη 25 Απριλίου 2012

Συναίνεση ή συνενοχή;

του Στάθη Κωνσταντινίδη
Δικηγόρου - Διδάκτορα Νομικής

Υποψήφιου Βουλευτή της Ν.Δ. στην Π.Ε. Κοζάνης

    kwnstantinidis_stathisΠολύς λόγος γίνεται τελευταία για την ανάγκη συναίνεσης του πολιτικού κόσμου στη λήψη κρίσιμων αποφάσεων και στην εφαρμογή πολιτικών που θα οδηγήσουν τη χώρα σε έξοδο από το τέλμα στο οποίο έχει περιέλθει.

    Είναι γεγονός ότι η κυβέρνηση του Γ. Παπανδρέου στους 20 μήνες της θητείας της έχει επιδοθεί σε ραγδαία αναθεώρηση θεσμικών ρυθμίσεων σε ένα μεγάλο φάσμα της πολιτικής, κοινωνικής και οικονομικής ζωής, ενώ ευαγγελίζεται και άλλες που συχνά προκαλούν κλαδική ή και ευρύτερη κοινωνική δυσαρέσκεια και αντίδραση. Κάποιες από αυτές εισάγονται ως εφαρμοστικοί νόμοι δανειακών συμβάσεων τις οποίες ενίοτε χρησιμοποιούν και ως άλλοθι.  

    Ερέθισμα για τις σκέψεις που ακολουθούν δεν αποτελεί η αντίθεσή μου σε πολλές από τις υιοθετούμενες αλλαγές ούτε και οι επιφυλάξεις μου για τη χρησιμότητα και την αποτελεσματικότητά τους, αλλά η επίμονη αναζήτηση συναίνεσης για τη θεσμοθέτησή τους. Το αίτημα για διευρυμένη πολιτική (άρα και κοινωνική;) αποδοχή των μεταρρυθμίσεων έχει, μάλιστα, αποκτήσει και αλλοδαπούς εκφραστές. Κατά κύριο δε λόγο απευθύνεται στη μείζονα αντιπολίτευση και στον πρόεδρό της και άλλοτε, θεμιτά, διατυπώνεται ως παραίνεση για ευκταία πολιτική σύγκλιση, ενώ κάποιες φορές, άκομψα, ακόμα και ως εκβιαστικό δίλλημα.

    Η ένταση με την οποία επιζητείται και η ποικιλότητα των οπαδών της ειλικρινά με προβληματίζουν. Περισσότερο, όμως, με προβληματίζει ο ορισμός που δίνεται σε αυτήν. Ποια είναι λοιπόν η έννοια του όρου συναίνεση και ποιο το περιεχόμενό της; Ως γνωστό, λεξικολογικά η συναίνεση αποδίδεται ως συμφωνία, αποδοχή ή συγκατάθεση. Πώς, όμως, νοείται πολιτικά; Έχω την υποψία ότι ο κάθε ανάδοχός της την αντιλαμβάνεται και διαφορετικά. Άλλο περιεχόμενο έχει για τους δανειστές μας, άλλο για την κυβέρνηση και άλλο για τους πολίτες. Οι πρώτοι εύλογα επιθυμούν ένα ομογενοποιημένο πολιτικό περιβάλλον ως αντισυμβαλλόμενο και διαπραγματευτή. Οι πολίτες αυτής της χώρας έχουν κουραστεί από τη στείρα μικροκομματική αντιπαράθεση και προσδοκούν υπεύθυνη πολιτική στάση ανεξαρτήτως της εναλλαγής των δύο κομμάτων στην εξουσία. Για τη σημερινή, όμως, κυβέρνηση τίθενται δύο ερωτήματα: πρωτίστως το πώς εννοεί τη συναίνεση και δευτερευόντως το αν δικαιούται να την αξιώνει;

    Είναι γεγονός ότι τα τελευταία χρόνια το ΠΑΣΟΚ παρέκλινε της ιδρυτικής του διακηρύξεως και στην πράξη εφάρμοσε ημίαιμες φιλελεύθερες πολιτικές, με αποτέλεσμα κάποιοι να κάνουν λόγο για γειτνίαση ή ακόμα και ταύτιση των δύο κομμάτων. Το αληθέστερο, κατά την άποψή μου, είναι ότι το ΠΑΣΟΚ δεν υπήρξε ένα πραγματικά σοσιαλιστικό, ούτε καν ευρωσοσιαλιστικό, κόμμα αλλά απλώς επένδυσε συνθηματολογικά στα εύφορα εκλογικά εδάφη της κεντροαριστεράς, την οποία πάντα εναγκαλίζονταν προεκλογικά και στην πράξη αποκήρυττε ως κυβέρνηση. Όμως με τον έναν ή τον άλλο τρόπο (συνήθως νόθα και κακέκτυπα) προσεταιρίστηκε πολιτικές του φιλελευθερισμού, ώστε σήμερα να μπορεί να γίνεται έστω λόγος για δυνατότητα συγκλίσεως των πολιτικών των δύο μεγάλων κομμάτων, αφού θα ήταν αδιανόητο για το έφηβο ΠΑΣΟΚ να είχε περιλάβει στην ατζέντα ενός τέτοιου διαλόγου την άρση της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων ή του πανεπιστημιακού ασύλου, το άνοιγμα των κλειστών επαγγελμάτων, την ιδιωτικοποίηση κρατικών επιχειρηματικών δραστηριοτήτων ή την «αξιοποίηση» της εθνικής περιουσίας. Το ίδιο κόμμα, ήδη καθ’ ομολογίαν ιδρυτικών στελεχών του, οργάνωσε, εξέθρεψε και τελικά κληρονόμησε στη χώρα το βαθύ κομματισμό, τις κυρίαρχες συντεχνίες και την αμφισβήτηση των θεσμών. Ο ίδιος αυτός πολιτικός χώρος φέρεται σήμερα ως οπαδός της πολιτικής συναίνεσης. Η καταγεγραμμένη πολιτική του ασυνέπεια θα αποτελούσε ίσως από μόνη της επαρκή λόγο για την αμφισβήτηση των αγαθών του προθέσεων.

    Αλλά ακόμα και αν κάποιος μη δογματικός αναγνώριζε στο ΠΑΣΟΚ το δικαίωμα αναβάπτισης και ειλικρινή διάθεση αναθεώρησης ζημιογόνων για τη χώρα πολιτικών του παρελθόντος, μας δίνει τέτοιο δικαίωμα η σημερινή στάση του;

    Μόλις πριν από λίγα χρόνια, εν μέσω της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης, το ΠΑΣΟΚ ενδεδυμένο το φιλολαϊκό μανδύα αρνούνταν, καταψήφιζε και υπόσχονταν να ανατρέψει κάθε εγχείρημα της κυβέρνησης Καραμανλή για σταδιακή δημοσιονομική εξυγίανση, δεδομένου ότι «λεφτά υπήρχαν». Μόλις ανέλαβε τις τύχες του τόπου απέδωσε όλα τα δεινά της οικονομίας στην προκάτοχό του. Τα 20 σχεδόν χρόνια των δικών του κυβερνήσεων ήταν αμέτοχα στη διαμόρφωση αυτής της κατάστασης. Θυμίζω ότι θέλησε ακόμα και να καταγράψει τη διαπίστωση αυτή στο εισαγωγικό προοίμιο του 1ου Μνημονίου. Ποια αξιοπιστία προσδίδουν αυτές οι συμπεριφορές στην όψιμη αναζήτηση συναίνεσης;

    Ας υποθέσουμε όμως, χάριν του συλλογισμού, ότι η ζοφερή πραγματικότητα ωρίμασε τις συνειδήσεις και ότι οι εκφραστές του χώρου αυτού αντιλήφθηκαν ότι οι μικροπολιτικές αντιπαραθέσεις και οι ανέξοδοι αφορισμοί δεν βοηθούν στην αντιμετώπιση των προβλημάτων. Ακόμα και αν επενδύσει κανείς στην αναπόδεικτη αυτή εκδοχή, θα πρέπει να και πάλι να διερωτηθεί που οφείλεται αυτή η επιμονή για συναίνεση και πώς αυτή τελικά επιζητείται.

    Το ΠΑΣΟΚ εξελέγη κυβέρνηση με ισχυρή πλειοψηφία πριν από δύο χρόνια περίπου. Το πρώτο εξάμηνο της θητείας του επέδειξε μία άκρως αλαζονική συμπεριφορά τόσο στην απόδοση ευθυνών όσο και στην αναζήτηση λύσεων. Δεν είχε, όμως, το σθένος να αναλάβει το πολιτικό κόστος των αναγκαίων αντιλαϊκών μέτρων. Όχι μόνο δεν μπορούσε να πείσει την κοινωνία, αφού άλλα είχε υποσχεθεί, αλλά ούτε τους ίδιους τους υπουργούς του. Εκών άκων ο πρωθυπουργός εγκλωβίστηκε στις διαθέσεις των αγορών που δεν συγχωρούν ερασιτεχνισμούς. Το σενάριο ήταν απλό. Προτού ακόμα επιχειρήσει να αντιμετωπίσει τα προβλήματα, άρχισε να αναζητεί ενόχους διατυμπανίζοντας την επικείμενη καταστροφή. Απλούστερη ήταν και η εξέλιξη. Οι αξιολογήσεις επιδεινώθηκαν και τα επιτόκια εκτινάχθηκαν. Από τη δύσκολη θέση στην οποία βρισκόμασταν οδηγηθήκαμε σε αδιέξοδο, αφού το έλλειμμα επιβαρύνθηκε από το υψηλό κόστος δανεισμού και η οικονομία βρέθηκε σε ύφεση, με όλες τις αλυσιδωτές συνέπειες που αυτό συνεπάγεται (έλλειψη ρευστότητας, ανεργία, πτώση των επενδύσεων, μειωμένα κρατικά έσοδα κλπ). Από εκείνο το σημείο, το πρόβλημα ανακυκλωνόταν διαρκώς επιδεινούμενο. Παρά τα βαριά φορολογικά μέτρα, οι στόχοι δεν επιτυγχάνονται ακόμα και μετά τις συνεχείς επί τα χείρω αναθεωρήσεις και πλέον έγινε και στον τελευταίο αισιόδοξο αντιληπτός ο φαύλος κύκλος στον οποίο περιήλθαμε.

    Το ίδιο διάστημα, η Νέα Δημοκρατία, προερχόμενη από βαριά εκλογική ήττα και από διαδικασία ανάδειξης νέου αρχηγού, προσπαθούσε να ξαναβρεί πολιτικό βηματισμό, να απαντήσει στις αυθαίρετες κατηγορίες για την πορεία της οικονομίας, αλλά και να απολογηθεί για πράγματα που έκαναν κάποια από τα στελέχη της και για όσα η ίδια δεν έκανε ως κυβέρνηση. Αναζητούσε ένα πολιτικό λόγο πειστικό, αλλά ταυτόχρονα υπεύθυνο για τη χώρα. Δεν θα πω αν το πέτυχε γιατί θα αλλοίωνα την εστίαση του προβληματισμού μου. Κάποιοι αμφισβήτησαν την αποτελεσματικότητα των εναλλακτικών της προτάσεων, αλλά το γενικώς παραδεδεγμένο είναι ότι δικαιώθηκε στις δυσοίωνες προβλέψεις της. Η καρδιά των αντιρρήσεων στην ακολουθούμενη πολιτική ήταν ότι η λύση πρέπει να περνάει μέσα από την ανάπτυξη και ότι η μονόδρομη περιοριστική πολιτική όχι μόνο δεν αντιμετωπίζει το πρόβλημα, αλλά το επιτείνει.

    Κάπου εκεί, υπό την απειλή της χρεοκοπίας, ζητήθηκε για πρώτη φορά από την αξιωματική αντιπολίτευση να επιδείξει υπεύθυνη δήθεν πολιτική στάση και να υπερψηφίσει το Μνημόνιο. Έκτοτε, σταθερά επανέρχεται το ζήτημα της συναίνεσης χωρίς όμως να αποσαφηνίζεται το περιεχόμενό της.

    Τι ζητάει λοιπόν η κυβέρνηση από τη Νέα Δημοκρατία και γιατί;

    Την επίδειξη κάποιας πολιτικής ανοχής; Η σημερινή αντιπολίτευση δικαιούται να καυχιέται ότι είναι ίσως η πρώτη που δεν επένδυσε στην κοινωνική δυσαρέσκεια και δεν υποδαύλισε συνδικαλιστικές και συντεχνιακές αντιδράσεις στα εφαρμοζόμενα μέτρα παρά το πρόσφορο έδαφος που της δόθηκε. Τουναντίον, πολλά είναι τα παραδείγματα, όπου καταδίκασε άμεσα συμπεριφορές που έβλαπταν την εικόνα και το συμφέρον της χώρας, σε σημείο μάλιστα που την έφεραν αντιμέτωπη και με τις κατά περίπτωση πληττόμενες ειδικές κομματικές της οργανώσεις. Ας σκεφτεί κανείς το αντάρτικο που είχε ξεσηκώσει το ΠΑΣΟΚ σε πολύ ηπιότερες μεταρρυθμίσεις που είχαν επιχειρήσει οι κυβερνήσεις της ΝΔ.

    Την υπερψήφιση κάποιων επιμέρους νομοσχεδίων; Καταρχάς, η αξιωματική αντιπολίτευση έχει υπερψηφίσει, εν όλω ή εν μέρει, πολλά από τα νομοσχέδια που εισήγαγε η κυβέρνηση. Όπου, δηλαδή, έκρινε ότι κάποια πρόταση νόμου κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση την υιοθέτησε, χωρίς να υπολογίσει το πολιτικό κόστος.

    Την αποδοχή των δανειακών συμβάσεων με τους όρους που αυτές προϋπέθεταν; Στο σημείο αυτό δεν αντιλαμβάνομαι τη συλλογιστική. Πώς είναι, δηλαδή, δυνατό να αναζητείται η υιοθέτηση λύσεων από κάποιον, όταν αυτός τις θεωρεί απρόσφορες και αναποτελεσματικές; Πώς μπορώ να αξιώνω από κάποιον που επί της ουσίας διαφωνεί με τη λύση που του προτείνω να την αποδεχθεί; Η Νέα Δημοκρατία ήταν εξαρχής αντίθετη με το εφαρμοζόμενο μείγμα της οικονομικής πολιτικής. Εξήγησε τους λόγους και κατέθεσε τις προτάσεις της. Υποστήριξε ότι οδηγεί σε βαθύτερη ύφεση και συνακόλουθα σε διαρκή εξάρτηση. Δεν επιχαίρει για τη δυστυχώς διαφαινόμενη δικαίωσή της και εξακολουθεί να καλεί την κυβέρνηση σε αλλαγή πλεύσης. Τι έπρεπε να κάνει, δηλαδή, να συνυπογράψει συμφωνίες που κατά την άποψή της οδηγούσαν στην οριστική κατάρρευση της οικονομίας; Το επικληθέν από τους επικριτές της φόβητρο της επαπειλούμενης χρεοκοπίας αποτελεί, νομίζω, ψευτοδίλημμα. Τι θα πει ψήφισε ένα σχέδιο διάσωσης γιατί αλλιώς χρεοκοπούμε σήμερα, ενώ διαφορετικά χρεοκοπούμε αύριο; Φυσικά και δεν έπρεπε να το υπερψηφίσει, γιατί αυτό της ζητήθηκε ενόψει τετελεσμένων που δημιούργησαν οι εμπνευστές του με τις παλινωδίες και τους ερασιτεχνισμούς τους. Αν, όμως, από την άλλη, υπήρχε έστω μία τελευταία δυνατότητα εξόδου από την κρίση, και πάλι δεν μπορούσε να αποδεχθεί μία απρόσφορη για το σκοπό αυτό λύση.

    Δεν ξέρω αν διακατεχόμενος από κομματική εμπάθεια παραβλέπω κάποια ουσιώδη παράμετρο του ζητήματος που αλλοιώνει την ελάσσονα πρότασή μου, αλλά στο θέμα αυτό τα πράγματα μου φαίνονται πολύ απλά. Αν η κυβέρνηση ακολουθεί την ορθή πολιτική, θα δικαιωθεί από το αποτέλεσμα και θα αφήσει την αντιπολίτευση να παλεύει με τις «Κασσάνδρες» της. Εξακολουθεί να έχει επαρκή κυβερνητική πλειοψηφία και έχει την ευθύνη να το πράξει. Αν από την άλλη, εκ του αποτελέσματος, κλονίστηκε η πίστη της στις επιλογές της, δεν έχει παρά να αλλάξει ρότα και να αποδεχθεί ενδεχομένως κάποιες από τις προτάσεις της Νέας Δημοκρατίας τις οποίες μέχρι σήμερα αναθεμάτιζε ή και λοιδορούσε.

    Οι εκδοχές είναι μετρημένες. Είτε η κυβέρνηση επιμένει στην ορθότητα των επιλογών της, οπότε οφείλει να συνεχίσει στη γραμμή που χάραξε και άρα της είναι περιττή η συναίνεση της αντιπολίτευσης, είτε αντιλαμβάνεται ότι κάπου κάνει λάθος και ασπάζεται κάποιες από τις προτάσεις της Νέας Δημοκρατίας.

    Δεν κατανοώ γιατί θα πρέπει να κινηθούν ενιαία τα δύο κόμματα προς τη λάθος κατεύθυνση. Βεβαίως, ο διάλογος είναι αυτονόητα αναγκαίος, αλλά δεν οδηγεί υποχρεωτικά και σε ταύτιση απόψεων. Η επιμονή των ζηλωτών της συναίνεσης οδηγεί στο ακόλουθο άτοπο. Να συναινέσει η αντιπολίτευση σε λύσεις με τις οποίες δεν συμφωνεί. Και τι θα πει αύριο στους πολίτες αυτής της χώρας, «διαφωνούσα αλλά συμφώνησα χάριν της συναίνεσης»;

    Στη χάραξη πολιτικής, και δη οικονομικής, η συναίνεση δεν είναι προσχώρηση. Δεν είναι καν διαπραγμάτευση. Λέω, δηλαδή, χρησιμοποιώντας ένα ακραίο παράδειγμα, ότι αν πιστεύεις ότι πρέπει να μειωθεί ο ΦΠΑ από το 23% στο 18%, δεν μπορείς να συμφωνήσεις ούτε με το 20% εφόσον το θεωρείς αναποτελεσματικό, ακόμα και αν ως πολιτική κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση.

    Η συναίνεση αναφέρεται στην αναζήτηση μίας συνισταμένης, εκεί όπου μπορεί να υπάρξει, και γι’ αυτό πιστεύω ότι δεν μπορεί να βρει έδαφος εφαρμογής σε επιμέρους πολιτικές. Αν συμφωνείς με μία πολιτική δεν συναινείς σε αυτήν, αλλά αναγνωρίζεις την ορθότητά της και στα πλαίσια του νομοθετικού έργου την υπερψηφίζεις. Αν πάλι διαφωνείς με αυτή δε δικαιούσαι να το πράξεις.

    Αλλά ποιες πολιτικές της κυβέρνησης έπρεπε τάχα να υιοθετήσει η ΝΔ και δεν το έπραξε; Τον διαφορετικό ΦΠΑ για ημεδαπούς και αλλοδαπούς; Τη θέσπιση πόθεν έσχες στην αγορά κατοικίας με τις διαρκείς αναστολές εφαρμογής του; Τις έκτακτες, αλλά τελικά τακτικές, εισφορές; Τον φόρο πολυτελείας στα αυτοκίνητα που ήδη σκέφτεται να αναθεωρήσει η κυβέρνηση γιατί δεν απέδωσε τα αναμενόμενα αποτελέσματα; Την αφαίμαξη της αγοράς και το κλείσιμο των επιχειρήσεων; Το κατά Ρέππα ή κατά Ραγκούση άνοιγμα του επαγγέλματος των ταξί; Την κατάργηση του Υπουργείου Εμπορικής Ναυτιλίας; Το διορισμό υπαλλήλων μέσω ΜΚΟ;

    Σε τι θα έπρεπε να έχει συναινέσει η Νέα Δημοκρατία; Στις κυβερνητικές δηλώσεις περί μη νέας φορολόγησης ή στις νέες επιβαρύνσεις που καθημερινά εφαρμόζει; Υπάρχει μήπως μία ξεκάθαρη στρατηγική πολιτική για να προσχωρήσει κανείς σε αυτή; Αυτό που καθημερινά διαπιστώνει ο καθένας είναι παλινωδίες, ενδοκυβερνητικές διαφωνίες και κυρίως αναποτελεσματικότητα. Έχει μήπως η κυβέρνηση κάποιο απτό αποτέλεσμα ή έστω ένδειξη βελτίωσης των συνθηκών που να προήλθε από κάποια πολιτική της, για να δικαιούται να ψέγει την αντιπολίτευση που δεν την υποστήριξε;

    Η κυβερνητική διγλωσσία δεν αφορά μόνο στις πολιτικές της, αλλά και σε αυτή την ίδια τη συναίνεση. Την ώρα που εξερχόμενος από τη συνάντησή του με τον κ. Σαμαρά ο κ. Βενιζέλος δήλωνε "Υπάρχουν πάντα πολλά και γόνιμα πεδία όπου υπάρχει σύγκλιση απόψεων", ο κ. Πρωθυπουργός απευθυνόμενος στην κοινοβουλευτική του ομάδα χαρακτήριζε «κοντόφθαλμη, περιστασιακή και συγκυριακή» την πολιτική της Νέας Δημοκρατίας.

    Έχει ήδη απαντηθεί το δεύτερο από τα δύο βασικά ερωτήματα που έθεσα παραπάνω, το αν, δηλαδή, δικαιούται να αξιώνει τη συναίνεση η σημερινή κυβέρνηση. Σε ό,τι αφορά στο πρώτο, για το πώς εννοεί τη συναίνεση, έγινε νομίζω επίσης σαφής η άποψή μου. Η κυβέρνηση δεν ψάχνει για συναίνεση. Ψάχνει για συναυτουργούς. Ο Γ. Παπανδρέου διαπίστωσε τα αδιέξοδα της πολιτικής του και προσπαθεί να μοιραστεί με άλλους τις ευθύνες του. Το έπραξε σε πρώτο χρόνο, στον πρόσφατο ανασχηματισμό, με τους εσωκομματικούς του αντιπάλους και επιχειρεί να το κάνει και με τη Νέα Δημοκρατία. Δεν του αρνείται κανείς τη συναίνεση γιατί δεν την έχει επιδείξει στο πολιτικό του παρελθόν αλλά γιατί δεν τη χρειάζεται και δεν τη δικαιούται.

    Η υπερψήφιση κυβερνητικών νομοσχεδίων από τη Νέα Δημοκρατία, με τις βελτιώσεις που σε αυτά εισέφερε, δεν συνιστούν πράξεις συναίνεσης, αλλά επίδειξη ωριμότητας, στάση υπευθυνότητας και ιδίως απόδειξη πολιτικής συνέπειας, αφού στην ουσία τους αφορούν ρυθμίσεις με φιλελεύθερο ιδεολογικό στίγμα.

    Αν, τέλος, ως συναίνεση νοείται η απαγκίστρωση από πολιτικές αγκυλώσεις του παρελθόντος, από πρακτικές μικροκομματικών σκοπιμοτήτων που ζημίωσαν την πολιτική ζωή και την ίδια τη χώρα, τότε νομίζω ότι οι αρχηγοί όχι μόνο των δύο αλλά όλων των κομμάτων έχουν τη δυνατότητα να αποδείξουν τις προθέσεις τους.

    Δεν έχουν παρά να προκαλέσουν μία εφ’ όλης της ύλης συζήτηση στη Βουλή και να δεσμευθούν δημόσια για μία σειρά ζητημάτων, είτε αυτά προϋποθέτουν συνταγματική ή άλλη νομοθετική μεταρρύθμιση είτε εναπόκεινται απλά στην πολιτική τους βούληση και πράξη, που θα βοηθήσουν στην εξυγίανση του συστήματος και θα δώσουν την απάντηση  στους επικρίνοντες και την ελπίδα στους αγωνιούντες ότι κάτι επιτέλους μπορεί να αλλάξει σε αυτή τη χώρα.

    Ο Αντώνης Σαμαράς έδωσε το έναυσμα για μία τέτοια συζήτηση με τις προτάσεις του για τη Νέα Μεταπολίτευση, που αναφέρονται στις διαδικασίες εκλογής και τις αρμοδιότητες των οργάνων της πολιτείας, στην ευθύνη, στα ασυμβίβαστα και στη θητεία των πολιτικών προσώπων, στη διαφάνεια και οικονομική εξυγίανση της πολιτικής, στην καθιέρωση σταθερού εκλογικού συστήματος, στην ενίσχυση του νομοθετικού σώματος, στον έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων και σε άλλα θέματα μείζονος θεσμικού ενδιαφέροντος. Ορίστε, λοιπόν, πεδίο δόξας λαμπρό για όποιον επιθυμεί και πιστεύει στη συναίνεση, όπως και αν την εννοεί.

    Στάθης Κ. Κωνσταντινίδης,

    Δικηγόρος, Διδάκτωρ Νομικής

     
     
    Joomla 1.5 Templates by Joomlashack